Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011

Χέρι που σηκώνεται δεν ξανακατεβαίνει

Ένας σωστός κύριος. Πάντα περιποιημένος, ντυμένος στην εντέλεια με μια δουλειά που θα ζήλευε ο καθένας. Τακτοποιημένος, αυτοδημιούργητος και μόλις 30 χρονών.
Έβλεπες στα μάτια της Χ σχηματισμένα ερωτηματικά αλλά και μια μπερδεμένη νοσταλγία. Τόσο μουντή ματιά που αμέσως πρόδιδε πως πρόκειται για μια διχασμένη γυναίκα. Η Χ τον γνώρισε πριν 4 χρόνια σε μια από τις εκδηλώσεις που έκανε η εταιρεία στην οποία δούλευε. Αρκετές φορές τον είχε συναντήσει στο ασανσέρ ή στους διαδρόμους του κτηρίου, όμως ποτέ δεν έτυχε να συστηθούν και να ανταλλάξουν κάτι παραπάνω από την τυπική καλημέρα. Μέχρι το βράδυ που μια συνάδελφος τους γνώρισε. Όμορφη γυναίκα τότε η Χ, ψηλή, με μαύρα γυαλιστερά μαλλιά που χάιδευαν τους ώμους της, τεράστια εκφραστικά μάτια και σώμα τόσο λεπτεπίλεπτο που νόμιζες πως ο αέρας θα τo σπάσει. Ντυμένη πάντα με αέρινα φορέματα που αγκάλιαζαν το σώμα της και χαμηλά τακούνια, ίσα για να ακούγονται καθώς περπάταγε. Είδε τον Μ. , του άπλωσε το χέρι για να συστηθεί, αυτός το πήρε απαλά και το ακούμπησε στα χείλη του χωρίς να τραβήξει λεπτό το βλέμμα του από τα μάτια της.
Ζευγάρι από τότε. Ζευγάρι εδώ και 4 χρόνια, γονείς εδώ και 3, σύζυγοι εδώ και 2.
Μου περιγράφει εκείνη την πρώτη γνωριμία, μου δείχνει φωτογραφίες τραβηγμένες 4 και 5 χρόνια πριν. Ανοίγει το άλμπουμ του γάμου της.
Περιστοιχισμένη σε όλες από φίλους, από πρόσωπα χαμογελαστά κι αυτή να αστράφτει. Όμορφη. Εκθαμβωτική. «Είδες πώς ήμουνα;» μου λέει. Έχω παγώσει. Έχω σαστίσει. Προσπαθώ να ψελλίσω ένα «Πανέμορφη» και την ίδια στιγμή που βγαίνει η λέξη από το στόμα μου καταλαβαίνω το λάθος μου. Βουρκωμένο βλέμμα χαμένο κάπου στον απέναντι τοίχο. Την κοιτάω όσο πιο έντονα μπορώ, ψαχουλεύω με τα μάτια μου κάθε σπιθαμή του προσώπου της, κάθε εκατοστό του κορμιού της. Προσπαθώ να μετρήσω τα σημάδια πάνω της μα είναι αδύνατον. Τα όμορφα ροδαλά ζυγωματικά της που ξεχώριζαν στις φωτογραφίες είναι τώρα παραμορφωμένα. Η δεξιά πλευρά του προσώπου της έχει πλέον ένα σκούρο χρώμα, δέρμα γεμάτο μπαλώματα. Δώρο του Μ. τρεις μέρες μετά το γάμο. Τον ενοχλούσε που σιδέρωνε τα ρούχα της μικρής αντί να του φέρει νερό… Εκείνο ήταν και το πρώτο σοβαρό κρούσμα, η πρώτη φορά που είδε τον άντρα της, εκείνον τον ήσυχο άνθρωπο να μεταλλάσσεται. «Μα καλά, τόσο καιρό δεν είχες καταλάβει τίποτα; Δεν σου είχε επιτεθεί ποτέ; Δεν είχε σηκώσει ξανά το χέρι του;» Από τις πιο αφελείς ερωτήσεις που θα ήταν δυνατόν να κάνω, μα και τόσο ειλικρινής συνάμα. Απορία που με κατατρέχει από την πρώτη φορά που έγινα μάρτυρας ενδοοικογενειακής βίας στα παιδικά μου χρόνια. Όχι στην άμεση και κοντινή μου οικογένεια ευτυχώς. Ευτυχώς; Ευτυχώς… Γιατί όταν κάτι είναι μακριά μας λέμε ευτυχώς και κλείνουμε τα μάτια. Δίνουμε μια-δυο συμβουλές και απομακρυνόμαστε. Ακόμα στα θέματα ζωής-θανάτου υπερέχει το not in my back yard. «Μονάχα μια φορά, κοντά στον έναν χρόνο που ήμασταν μαζί, νευρίασε πολύ και μου ‘δωσε ένα χαστούκι. Ποτέ άλλοτε, και ποτέ κάτι πιο σοβαρό.»
Σαν ν’ άνοιξε μια πόρτα, σαν να κρυβότανε για χρόνια και πλέον απελευθερώθηκε. Η Χ. θυμάται τα μάτια του να γυαλίζουν, το πρόσωπό του κατακόκκινο και έτοιμο να εκραγεί. Από την μέρα που το χέρι του σηκώθηκε, δεν ξανακατέβηκε. Επί ένα χρόνο η Χ. ανεχόταν τα χτυπήματα του άντρα της, τις απειλές του πως αν φύγει ή τον καταδώσει θα πληρώσει το παιδί, τους εκφοβισμούς του μέρα-νύχτα.

«Είχα 5 μήνες να κοιμηθώ. Έκλεινα τα μάτια μου για 2’ και άκουγα κραυγές. Άκουγα κλάματα. Έβλεπα εικόνες με το μωρό μου να πεθαίνει κι αυτόν να γελάει. Το τόλμησε. Τόλμησε να ακουμπήσει το μωρό μου. Δεν είχε καν χρονίσει, το διανοείσαι; Το σήκωσε από την κούνια την ώρα που κοιμόταν και απειλούσε να το πνίξει στην μπανιέρα αν δεν έπαιρνα τη μάνα μου τηλέφωνο για να της πω πως όλα είναι καλά. Με είχε ακούσει που της μιλούσα κλαίγοντας και με λυγμούς. Τρόμαξε η γυναίκα και ήθελε να έρθει. Η μάνα μου δεν ζει εδώ, είναι στην επαρχία. Λέξη δεν είχα πει για όσα μου συνέβαιναν, μα δεν μπορούσα άλλο. Με άκουσε. Μου έπεσε από τα χέρια το τηλέφωνο κι άρχισα ενστικτωδώς να τρέχω προς το δωμάτιο του μωρού μου. Με πρόλαβε, μου έκλεισε το δρόμο, το βούτηξε. Λιποθύμησα. Θυμάμαι να ξυπνάω από τις δυνατές κλωτσιές του και να βλέπω αίματα τριγύρω. Κι εγώ στην σύγχυση μου νόμιζα πως είναι του παιδιού! Με έσυρε στο μπάνιο σε μια μισογεμισμένη μπανιέρα κι άρχισε να βουτάει το μωρό μου μέσα μέχρι να πιάσω το τηλέφωνο. Η κίνησή μου ήταν ακαριαία. Πήρα τη μάνα μου και της είπα πως δεν τρέχει τίποτα και πως απλά ήμουν πολύ πιεσμένη αυτόν τον καιρό. Έτσι μόνο άφησε κάτω το μωρό μου. Έπεσα στην πολυθρόνα δίπλα στην κούνια ξέπνοη κι έμεινα να κοιτάζω το αθώο πλάσμα που σπάραζε απ’ το κλάμα καλυμμένο απ’ το δικό μου αίμα. Ούτε αγκαλιά δεν είχα κουράγιο να το πάρω εκείνη τη στιγμή.»
Η Χ. αποκοιμήθηκε στο πλάι του μωρού για 1-2 ώρες μέχρι που ο Μ. έσκυψε πάνω της να την φιλήσει. Την πήρε αγκαλιά, της ζήτησε συγγνώμη και της υποσχέθηκε πως δεν θα το ξανακάνει ποτέ. Η Χ. είχε πλέον χάσει το μέτρημα. Δεν ήξερε αν ήταν η 1200η φορά ή η 1500η. Τον πίστεψε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Έναν χρόνο μετά διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Το κάλεσαν οι γείτονες όταν σταμάτησαν να ακούν τα ουρλιαχτά της. Σώθηκε από θαύμα.

Μετά από αυτό αποφάσισε να μην τον ξαναπιστέψει…
Ζει με την κόρη της, μακριά από τον Μ. στην όποια ασφάλεια μπορούν να της παρέχουν τα περιοριστικά μέτρα και περιμένει την έκδοση του διαζυγίου. Μήνυση δεν κατέθεσε ποτέ, ούτε και είπε στους γιατρούς τι ακριβώς είχε συμβεί. Το ότι επέζησε κι ότι κατάφερε να βγει από τον εφιάλτη της αρκεί προς το παρόν.

«Θέλω μόνο να ηρεμήσω. Δεν θέλω να με κυνηγήσει άλλο, δεν θέλω να ξαναδεί το παιδί μου. Μόλις βρω τη δύναμή μου θα τον καταγγείλω. Όχι τώρα όμως.»

Εύχομαι μόνο να τον καταγγείλει πριν ο Μ. γνωρίσει κάποια άλλη.


Τηλεφωνική Γραμμή Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας 197
Γραμμή SOS
8001188881 (ενδοοικογενειακή βία)

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2011

Μην σκοτώνετε τα Εξάρχεια

Απ’ όταν ήμουνα παιδί, η αγαπημένη μου γειτονιά ήταν τα Εξάρχεια. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, στα μέρη αυτά έκανα τις πρώτες μου φιλίες, αντάλλαξα τα πρώτα μου χαμόγελα. Έμαθα ποδήλατο, έπεσα, χτύπησα, μάτωσα κι έκλαψα. Μέρα με τη μέρα, μεγαλώνοντας, ερωτευόμουν όλο και περισσότερο αυτή τη γειτονιά. Θες η γραφικότητα κι οι μουσικές, τα πετυχημένα συνθήματα στους τοίχους που από μόνα τους αρκούν για μια κοινωνική και γλωσσολογική έρευνα, θες οι άνθρωποι με τα σκυμμένα πρόσωπα, η παρατημένη πλατεία, με έκαναν να μαγεύομαι και λατρεύω το μέρος εκείνο.
Αισθάνομαι τυχερή που με μεγάλωσε ο παππούς μου, ένας άνθρωπος ήσυχος γεμάτος αναμνήσεις και ιστορίες απ’ τα χρόνια του εμφυλίου, της κατοχής, της δικτατορίας. Όταν τα υπόλοιπα παιδάκια της ηλικίας μου νανουρίζονταν με την Χιονάτη και την Σταχτοπούτα εγώ αποκοιμιόμουν ακούγοντας για την ζωή του. «Αυτά που σου λέω φυστικάκι μου, είναι η ζωή μου, η βιογραφία μου, αλλά δεν παίρνω τη ζωή αυτή που πέρασα χωρίς να πολιτικολογήσω για τα χρόνια αυτά και να αποδείξω ότι η ζωή ενός ατόμου δεν είναι τίποτα άλλο από τη ζωή ενός λαού που αντανακλάται στην πολιτική κατάσταση και διαμορφώνει την μετέπειτα ζωή του. Για αυτό όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι στρατευμένοι στο λαό και για τον λαό έτσι ώστε να μην περάσει η ζωή του παιδιού τους όπως πέρασε αυτός. Ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται όσο συνεχίζεται και η ζωή.» Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Πρώτα Βατατζή, έπειτα Καλλιδρομίου. Μόνη φορά που πέρασε τα «σύνορα» της περιοχής για να μείνει αλλού ήταν στα Δεκεμβριανά. Είχαν μόλις αρχίσει να δυσκολεύουν τα πράγματα στη Βατατζή. Ελεύθεροι σκοπευτές κύκλωναν το μέρος και πυροβολούσαν από τον Λυκαβηττό όποιον θεωρούσαν ύποπτο αφήνοντας θύματα σωριασμένα τριγύρω.
Τρόφιμα να θρέψουν 5 παιδιά δεν υπήρχαν, η πείνα τους θέριζε. Είχαν φάει και τις τελευταίες σούπες που είχε μοιράσει ο ΕΛΑΣ και τα παιδιά έκλαιγαν. Η προγιαγιά μου αποφάσισε να μαζέψει τα παιδιά και να πάει στο Κουκάκι σε μια μακρινή ξαδέλφη. Ξεκίνησαν περπατώντας και τοίχο-τοίχο προς το Κολωνάκι, που από εκεί άρχιζε η τότε Κυβερνητική Ελλάδα της δεξιάς και των δοσίλογων. Σταμάτησαν Χαριλάου και Ναβαρίνου, έξω από την τότε κλινική Σμπαρούνη. Ένα τανκ είχε ανοίξει πυρ. Ο μεγάλος αδερφός του παππού μου άρχισε να τρέχει. Επονίτης βλέπετε και τον κυνηγούσαν. Αν έμενε με την υπόλοιπη οικογένεια θα τους πιαναν όλους. Τελικά συλλάβανε τον άλλον αδερφό και θα τον περνάγανε από δίκη την επόμενη κιόλας ημέρα με έτοιμη απόφαση να εξοριστεί κάπου στην Αφρική στην Ελτάμπα. Γεμάτος αίματα, σπασίματα και μελανιές στα κρατητήρια, τράβηξε την προσοχή ενός αξιωματικού που βλέποντας πως είναι ένα παιδί μόλις 15χρονών, του έδωσε χαρτί αποφυλάκισης. Στο Κουκάκι μείνανε 20 μέρες, μετά ξαναγύρισαν στα Εξάρχεια, μετά συνέχισαν να ζουν στο μέρος που αγαπούσαν. Κι ας σφύριζαν οι σφαίρες, κι ας υπόφεραν απ’ την πείνα.
Σήμερα, κάθε φορά που ξημερώνω στα Εξάρχεια το κρύβω απ’ τον παππού μου. Δεν θέλει να ξέρει πως η μονάκριβή του εγγονή συχνάζει μέρα-νύχτα εκεί. Στην περιοχή που μεγάλωσε, στην περιοχή που λάτρεψε. ‘Ώρες- ώρες ντρέπομαι. Όχι για τον παππού μου αλλά για τα Εξάρχεια.
Τα «σύνορα» στο Κολωνάκι για το οποία μου μιλούσε ο παππούς μου ποτέ δεν άλλαξαν, ποτέ δεν σβήστηκαν. Η κλούβα δεσπόζει αγέρωχη στη Ναβαρίνου, να προστατεύει την σημερινή κυβέρνηση, να χωρίζει την περιοχή στα δύο, να δημιουργεί δύο κόσμους διαφορετικούς. Οι του Κολωνακίου και οι των Εξαρχείων. Πλέον κανείς δεν δίνει σημασία, κανείς δεν παραξενεύεται, κανείς δεν ασχολείται. Πού και πού ένα hit and run από ομάδες των 10-20 προς τους παρατεταγμένους Ματάδες, 2-3 δακρυγόνα, ένα φτέρνισμα και το ποτό συνεχίζεται. Η ανυπότακτη περιοχή της Αθήνας. Η περιοχή με τα νιάτα που βράζουν, με τον κόσμο που αντιστέκεται, με τους παλιούς ποιητές με τους απανταχού εναλλακτικούς και ιδιόμορφους καλλιτέχνες. Ιδεολόγοι και ανθρωπιστές που κάθονται σε σκαλάκια και πλατείες συζητώντας για το χάλι μας το μαύρο, παιδιά που διψούν να ακούσουν και να μάθουν, βιβλία και κόσμος να τα διαβάζει. Αυτή είναι η εικόνα που μ’ αρέσει. Αλλά αυτή είναι και η εικόνα που κινδυνεύει να χαθεί. Το μέρος γέμισε τραμπούκους. Τζάμπα μάγκες που παριστάνουν τους σωτήρες. Είκοσι άτομα ορμάνε σε έναν και τον ξυλοκοπούν. Το καινούργιο τους hobby. «Δεν θέλουμε την πρέζα στην περιοχή μας» είναι το μότο τους και όποιον πάρει ο χάρος. Έχει περάσει μια εβδομάδα από το κάτωθεν περιστατικό. Οι «αστυνομικοί» των Εξαρχείων, ντυμένοι όπως πάντα στα μαύρα, πήραν και πάλι την δικαιοσύνη στα χέρια τους. Κάποιος ακούστηκε πως έσπρωχνε ναρκωτικά. Είκοσι άτομα άρχισαν να τον κυνηγούν, τον πέταξαν μέσα σε ένα μαγαζί κι άρχισαν να τον ξυλοφορτώνουν. Μια κοπέλα που δούλευε εκεί τόλμησε να ρωτήσει τους «δικαστές» τι ακριβώς συνέβη. Της άνοιξαν το κεφάλι στα δύο με ένα σιδηρολοστό. Η φασαρία κράτησε 20’. Κάποιος κάλεσε ασθενοφόρο και όλοι γύρισαν στους προηγούμενους ρυθμούς τους. Το μόνο που είχα προλάβει να δω και να καταλάβω εκείνη τη μέρα, ήταν μια ομάδα ατόμων να τρέχουν φωνάζοντας και να κυνηγάνε κάποιον. Σηκώθηκα, πήγα προς το μέρος τους και είδα καμιά 60αρια άτομα να παρακολουθούν το συμβάν. Με δυσκολία έβλεπα μέσα στο μαγαζί. Ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει παρόλα αυτά. Ένας άνθρωπος σωριασμένος κατάχαμα, μπρούμυτα, με αίματα τριγύρω, μια κοπέλα σε κατάσταση σοκ κι ένα μαγαζί διαλυμένο ολοσχερώς. Είναι τόσο σύνηθες πλέον αυτό το φαινόμενο φασιστικού ξυλοδαρμού, 20 σε 1, που κανείς δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον να ασχοληθεί παραπάνω…
Μόλις χτες άκουσα πως ο άνθρωπος ξεψύχησε στο Νοσοκομείο 1 ώρα μετά την διακομιδή του!!
Δεν έχω λόγο να μην πιστέψω τα άτομα που μου το είπαν. Είναι μάλλον η ανάγκη μου να μην τα πιστέψω. Να μην πιστέψω πως έχουμε φτάσει σε σημείο να ξυλοκοπούμε μέχρι θανάτου ανθρώπους. Ακόμα κι αν είναι τα μεγαλύτερα αποβράσματα της κοινωνίας, ακόμα κι αν τους αξίζουν τα χειρότερα. Όλοι αυτοί που καταδικάζουν την κρατική βία, που κατακρίνουν την ελληνική δικαιοσύνη, όλοι αυτοί που αντιτίθενται στο σύστημα γιατί δεν είναι ανθρωπιστικό. Που πλασάρονται ως προστάτες των αδυνάτων ως εκφραστές μιας ιδεολογίας στην οποία πάνω απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Οι δοσίλογοι των ημερών μας που παραμονεύουν σ’ αυτά τα ίδια σύνορα και ουδεμία διαφορά δεν έχουνε οι πράξεις τους από εκείνων που κατηγορούν και που μισούν. Ο φασισμός σε όλο του το μεγαλείο στην πιο ζεστή κι ανθρώπινη περιοχή. Κανείς δεν πάλεψε για σας, κανείς δεν μάτωσε για σας. Δεν είστε αναρχικοί, δεν είστε αριστεροί, δεν είστε άνθρωποι. Είστε ο μεγαλύτερος εχθρός της κοινωνίας μας, είστε ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την περιοχή, είστε μίασμα για τα Εξάρχεια.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ένας γλυκός άνθρωπος

Είχε μείνει ένα άρθρο να παραδώσω. Περνούσαν οι μέρες, στοίβες τα βιβλία, ουρά οι εργασίες, σε κούτες τα ερωτηματολόγια, τριπλοί οι καφέδες, εμφανείς όσο ποτέ οι μαύροι κύκλοι. Κι όλα γύρω να τρέχουν. Όλα στον ίδιο ρυθμό. Πώς να προφτάσεις, πώς να κοπείς στα δέκα… Μόνο μην μου μιλήσεις για προτεραιότητες. Το ξέρεις πως έτσι δεν μπορώ να λειτουργήσω, το ξέρεις πως χειρότερα θα τα κάνω. Παντού λοιπόν, κι ας γίνουνε οι ώρες της ημέρας 40. Ένα άρθρο, 4 θέματα. Όλα φαντάζανε απλοϊκά, όλα μου φαίνονταν αδιάφορα. Πολιτική, εκπαίδευση, αγανάκτηση, δικαιώματα των ζώων. Ξεφύλλιζα τις σημειώσεις, άκουγα ξανά και ξανά τις συνεντεύξεις, τίποτα. Όσες φορές και να τις άκουγα, θέμα δεν έβγαινε.

Κουβαλούσα στην τσάντα μου το στικάκι με την τελευταία συνέντευξη, την έσχατη προσπάθεια εύρεσης θέματος με κάποιο ίσως ενδιαφέρον. Κάπου στη Ραγκαβή σταμάτησα για τσιγάρα και για το καθιερωμένο βλέφαρο στα πρωτοσέλιδα.-Χρήστο! Χρήστο! Χρηστάκο μου! Ε, Χρηστάκο…

Γυρνάω το κεφάλι. Κάτι μου έλεγε πως ήξερα από πού ερχόταν η φωνή. Ένας παππούς στον 2ο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας σχεδόν κρεμόταν από τα κάγκελα του μπαλκονιού του και φώναζε σε έναν νεαρό που πέρναγε από κάτω.

-Έλα ρε πατέρα, καλημέρα. Βιάζομαι, τα λέμε άλλη ώρα.

-Χρηστάκο μου μπορείς να μου πάρεις το φάρμακο για την καρδιά γιατί μου τέλειωσε;
-Ρε πατέρα δουλεύω σου λέω, πετάξου πάρ’ το. Όλο τελευταία στιγμή τ’ αφήνεις.
-Το βράδυ θα πάρω το επόμενο, μπορείς μέχρι τότε;

-Όχι. Κατέβα παρ’ το εσύ. Να μάθεις να μην τα ξεχνά. Άντε τα λέμε.
-Να προσέχεις λεβέντη μου. Και να μου φιλήσεις τις μικρές. Πότε θα μου τις φέρεις να τις δω, τις πεθύμησα!
Ο Χρηστάκης έχει ήδη φύγει.

Πρώτη φορά που παρατήρησα τον παππού ήταν 2 χρόνια πριν. Καθόταν στο ίδιο μπαλκόνι, στο ίδιο σημείο, και μιλούσε με κάτι περαστικούς. Είχαν σταματήσει ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι κλείνοντας όλο το πεζοδρόμιο. Εκνευρίστηκα με την αδράνειά τους να κάνουν έστω κι ένα βήμα πίσω. Λίγες μέρες μετά, μετά από μια φορτισμένη μέρα, έκατσα στα σκαλάκια της απέναντι πολυκατοικίας για ένα τσιγάρο. Φύσαγε, έκανε κρύο. Ιδανικός καιρός να πάρει την ένταση από πάνω μου. Ο παππούς ήταν πάλι στο μπαλκόνι, όρθιος, με τα μάτια στραμμένα στο δρόμο. Άρχισα να παραξενεύομαι. Τί στο καλό κάνει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στο μπαλκόνι με τέτοιο καιρό; Τρία τσιγάρα κι ο παππούς ακούνητος. Κρύωνα. Σηκώθηκα, τίναξα τη σκόνη και τη στάχτη και γύρισα σπίτι. Για έναν τουλάχιστο χρόνο, όποτε πέρναγα από το σπίτι του παππού κοίταζα πάνω να δω αν είναι πάλι εκεί. Ήταν σχεδόν πάντα. Είτε μεσημέρι, είτε απόγευμα, είτε πρωί, κρύο, ζέστη, αέρας, ο παππούς στο πόστο του. Κάποια μέρα σταμάτησα να τον βλέπω. Για αρκετό καιρό το μπαλκόνι ήταν άδειο. Άλλαξα δρομολόγιο, άλλαξα στενό, τον ξέχασα τον παππού. Ακούγοντας τη φωνή εκείνη λίγες μέρες πριν, γύρισα τόσο γρήγορα και ασυναίσθητα το κεφάλι μου προς το μέρος του, προς εκείνο το μπαλκόνι, που σχεδόν ζαλίστηκα. Χαμογέλασα όταν επιβεβαίωσα πως ήταν αυτός. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό το χαμόγελο βγήκε τόσο αυθόρμητα, σαν να ένιωσα ανακούφιση. Όταν είδα τον «Χρηστάκο» να φεύγει δεν κρατήθηκα και στράφηκα προς τον παππού.
-Συγγνώμη που πετάγομαι, αλλά επειδή πάω προς το φαρμακείο και άκουσα ότι χρειάζεστε κάτι φάρμακα, θέλετε να σας τα πάρω; Αφού πάω που πάω.

Δίστασε στην αρχή, ακόμα και να μου απαντήσει. Δέχτηκε τελικά την εξυπηρέτηση φωνάζοντας μου από το μπαλκόνι «Σ’ ευχαριστώ κορίτσι μου, σ’ ευχαριστώ πολύ. Σίγουρα δεν σου κάνει κόπο; Μπορώ να πάω κι εγώ να τα πάρω. Κι αν δεν πάω θα μου τα φέρει ο γιός μου αύριο. Σίγουρα μπορείς; Χίλια ευχαριστώ…» κοκ. Μου πέταξε από το μπαλκόνι μια σακουλιτσα με το άδειο κουτί, με τη συνταγή ,με τα χρήματα για τα χάπια και καμιά εκατοστή κάρτες από γιατρούς! Εννοείται πως με περίμενε στο μπαλκόνι να γυρίσω…

Ανέβηκα να του τα δώσω και είχε ήδη ετοιμάσει το χυμό μου, ένα κομμάτι κέικ, ένα σοκολατάκι και καμιά 20αριά μπισκότα Μιράντα. Δεν ξέρω αν γέλασα ποιο πολύ με το όλο κέρασμα ή με τα μπισκότα Μιράντα. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον ηλικιωμένο άνθρωπο που να μην τρώει «Μιράντα»! Αποφάσισα να κάτσω λίγο, μέχρι να πιω το χυμό και να φάω κάτι απ’ όλα αυτά μιας και η πιθανότητα να φύγω ατρατάριστη και ατάιστη ήταν υπό το 0. Ο κυρ-Γεράσιμος έχει φτάσει αισίως τα 86 έτη, έχει 2 παιδιά και 3 εγγονές. Η μια του κόρη έφυγε πριν από πολλά χρόνια για Αμερική και έκτοτε δεν ξαναγύρισε. Πού και πού επισκέπτεται την Ελλάδα με τον άντρα και την κόρη της. Ο γιός του, επίσης παντρεμένος, με 2 κοριτσάκια, ζει 3 στενά παραπάνω στο παλιό σπίτι του πατέρα του που του το έδωσε όταν παντρεύτηκε. Κάθε δεύτερη Κυριακή, ο κυρ-Γεράσιμος είναι καλεσμένος στο σπίτι του γιού του για να φάνε όλοι μαζί. Ήταν να πάει την Κυριακή που πέρασε, αλλά η νύφη του, η Θάλεια, δεν αισθανόταν πολύ καλά κι έτσι το αναβάλανε. Όχι για αυτήν την Κυριακή όμως, γιατί έχουν κανονίσει να πάνε για μπάνιο με κάτι φίλους. Τον γιό του τον βλέπει κάθε μέρα. Μάλιστα τον βλέπει δύο φορές τη μέρα. Μια όταν περνάει για να πάει στη δουλειά, και μια όταν γυρνάει. Μερικές φορές όμως πάει νωρίτερα ή αργεί, και μερικές σχολάει πιο νωρίς, ή πιο αργά. Έτσι ο κυρ-Γεράσιμος περιμένει στο μπαλκόνι κάθε μέρα μια ώρα νωρίτερα. Και μόλις ο Χρηστάκος περνάει, του φωνάζει καλημέρα, τον χαιρετάει, του λέει τα νέα του καθώς ξεμακραίνει. Αυτό είναι που του είχε λείψει όσο καιρό του απαγόρευε ο γιατρός να βγει στο μπαλκόνι. Έκανε εγχείρηση στην καρδιά και δεν έκανε. Δεν μπορούσε κιόλας. Και τώρα του λέει ο γιατρός πως δεν κάνει να αλλάζει συχνά θερμοκρασία και να βγαίνει στο κρύο από τη ζέστη του καλοριφέρ τους χειμώνες, αλλά ποιος νοιάζεται… «Εγώ θέλω να δω τον γιό μου, τι με νοιάζει τι λέει ο γιατρός; Αυτός δεν τον βλέπει δηλαδή τον δικό του;» …
«Όταν πέθανε η Στέλλα, η γυναίκα μου, τα παιδιά μου ήταν 5 και 7 χρονών. Εγώ τα μεγάλωσα και τα φρόντισα. Κατάφεραν να κάνουν τη δική τους οικογένεια και να είναι ευτυχισμένα. Τι να με κάνουν εμένα μεγάλο άνθρωπο μές τα πόδια τους; Ούτε εγώ θέλω να ανακατεύομαι. Μόνο να βοηθάω. Ό,τι σύνταξη παίρνω στο γιο μου τη δίνω. Δίνει τα 300 ευρώ για το νοίκι μου, παίρνω και τα φάρμακα, κάνω και κάτι λίγα ψώνια να ‘χω να περνάω, κι ό,τι μείνει, που τι νομίζει ότι μένει, του το δίνω για χαρτζιλίκι. Παράπονο δεν έχω. Και δυο φορές το μήνα με καλούνε να φάμε, και τα εγγονάκια μου τα βλέπω τότε, και κάθομαι και μέχρι το απόγευμα μαζί τους. Και τις γιορτές μαζί τις περνάμε. Φέτος τα Χριστούγεννα φάγαμε μαζί. Και το Πάσχα. Μόνο το καλοκαίρι στεναχωριέμαι λίγο γιατί κάνω καιρό να τους δω. Πάνε και διακοπές, πάνε και εκδρομές, πάνε και για μπάνιο. Τί να κάνουν να κάτσουν στην Αθήνα; Πώς να τη αντέξεις τόση ζέστη; Ιούνιος είναι ακόμα κι όμως σκάμε. Μπορεί φέτος να πάω κι εγώ για μπάνιο. Σκέφτομαι να τους πω να με πάρουν κι εμένα καμιά φορά μαζί. Έχω δέκα χρόνια να πάω στη θάλασσα. Κολύμπαγα μικρός ξέρεις. Ναι… ήμουν και καλός μάλιστα! Θα του το πω το βράδυ που θα περάσει πάλι. Να, αφού θα πάνε την Κυριακή, αν μπορούν να με πάρουν κι εμένα.»

Ανέβηκα για να δώσω τα χάπια κι έκατσα δυο ώρες. Του ζήτησα να ξαναπεράσω και του υποσχέθηκα πως θα του φτιάξω σοκολατάκια με την «ειδική» ζάχαρη γιατί έχει ζάχαρο. Και γλυκατζής με ζάχαρο είναι κατάρα!
Δεν ξέρω αν τον πήρανε μαζί για μπάνιο. Δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή και να τον δω πάλι στο μπαλκόνι…