Τρίτη, Μαρτίου 14, 2017

blast from the past 1

Απειλητικοί σταλακτίτες πάνω από τα κεφάλια μας σε χιονισμένους δρόμους που γλιστρούν. Οι μπότες δεν βοηθούν αυτή τη φορά ούτε στο τρέξιμο μα ούτε καν στο περπάτημα.
Πανέμορφο Βελιγράδι, λίγο λιγότερο να ήταν το κρύο, λίγο περισσότερο να μπορούσα να σε απολαύσω...
Παρόμοιος κόσμος τριγύρω, επιβλητικά κτήρια δίπλα μου, απέραντοι δρόμοι που ακόμα δεν έχω μπορέσει να μάθω. Νιώθω να μπερδεύομαι στα στενά της πόλης, να χάνω τον προσανατολισμό μου, νιώθω πως κάτι έχω πίσω μου αφήσει.
Έχει περάσει αρκετός καιρός θαρρώ από την τελευταία φορά που νοιάστηκα για κάποιον που «αφήνω» πίσω. Εισαγωγικά στο αφήνω και θα επιμείνω.
Περιμένει. Νομίζω πως περιμένει.
Πιστεύω πως θα είναι εκεί και μετά το δεκαήμερο της απουσίας μου.
Ακούω τη φωνή στο τηλέφωνο μα δεν μου φτάνει ομολογώ. Ορίστε, ομολογώ.
Παραδέχομαι.

Συνεχίζω να περπατώ στους ξένους αυτούς δρόμους, μαζί με τις σκέψεις μου, μαζί με τον φίλο που με ξεναγεί, μαζί με το μυαλό μου που τρέχει. Καλή παρέα, η ιδανικότερη, και για για το μέρος, και για τις μέρες, και για εμένα. Έλειπε καιρό από τη χώρα, πέρασαν μέρες χωρίς να τα πούμε από κοντά, και τώρα εδώ, στα απομεινάρια βομβαρδισμένων κτηρίων, μου διηγείται ιστορίες.
Μια ανατριχιαστική εικόνα μπροστά μου με ερείπια που ανασκαλίζουν το παρελθόν, με συντρίμμια που φέρνουν θύμισες. Ψυχές που χάθηκαν απ’ τους βομβαρδισμούς και τώρα έχουν μείνει τα μισογκρεμισμένα δείγματα. Μπορείς ακόμα να δεις ντουλάπια, συρτάρια, γραφεία… Μέρη που κάποτε έσφυζαν από ζωή, γέλια, φωνές.
Μια μέρα ακόμη έμεινε μέχρι να φύγω.
Μετά τρένο, μετά Βουδαπέστη για λίγο, μετά Βιέννη.
Μετά πίσω στα γνώριμα.
Στους γνώριμους δρόμους, στα γνώριμα πρόσωπα, στις γνώριμες αγκαλιές που τόσο έχω κακολογήσει.

Εφιάλτες - blast from the past 2

Ο χειρότερος εχθρός μου μάτια μου ο εαυτός μου και η απουσία του. Οι αϋπνίες που ξαναγυρνάνε, το στυλό που τρεμοπαίζει ανάμεσα στα δάχτυλα νευρικά και ανυπόμονα. Κι εκείνη η ματιά, πληγωμένη και γνώριμη να φέρνει βόλτες στο νου. Τρυπάει τα μηνίγγια, σαρώνει κάθε σκέψη, κάθε ίχνος προσπάθειας για αποσιώπηση. Πώς να τη διώξεις μάτια μου που τριβελίζει το μυαλό.
Κι αυτό εθισμός είναι και μάλιστα ασύγκριτος. Σαν όλους τους άλλους, σαν αυτούς που έχουν οι φίλοι, σαν όλους εκείνους που ψάχνουν θύματα νέα, θύματα όμορφα. Να τα ξεκάνουν, να τα ροκανίσουν, να απομυζήσουν και την τελευταία ρανίδα ευτυχίας. Να ξεκάνουν καθετί άσπιλο, καθετί ονειρεμένο. Αφήνουν πίσω τους πρόσωπα αγριεμένα κι αδυνατισμένα με ρουφηγμένα μάγουλα μα το χειρότερο απ’ όλα, με ρουφηγμένες ελπίδες.
Πάρε το χρόνο σου μάτια μου και κοίτα τα καλά. Θα δεις ακόμα στα οστεωμένα ετούτα χαρακτηριστικά μια λάμψη που τα κάνει ανώτερα από κείνα που ‘χουν οι σημερινοί ελεύθεροι αλήτες.

Κι εσύ παράμερα. Φοβάσαι να σταθείς.

Στους τύπους σου κι εσύ καταναλώνεσαι, περιδιαβαίνεις και φωνάζεις.
Δυνατές φωνές, κραυγές που μοιάζουν αστείες.
Σαν να μην ήξερες που ζεις, σαν να μη γνώριζες όσους σε βασανίζουν.
Νιώθεις τα πόδια σου βαριά, να σέρνουν μέταλλα, να σέρνουν αλυσίδες.
Κι οι μπότες μένουν καρφωμένες σε ένα σημείο της πλατείας.
Αυτό που σε πληγώνει είν’ τα τακούνια σου που δεν μπορείς να ακούσεις κι όχι ο ήχος του μυαλού του σαπισμένου. Όχι οι φωνές που απέβαλες από τη σκέψη και τα αυτιά σου, όχι ο πόνος που έδιωχνες μόλις σου έφτανε κοντά.
Μείνε μονάχη τώρα ψάχνοντας τα κάγκελα για να σωθείς.

Μιας κι έμαθες σε φυλακές να χαίρεσαι κι ακούνητη να μένεις, μιας και ποτέ δεν ένιωσες να κλείνουν τοίχοι γύρω σου κι ανέμελα συνέχιζες να ζεις,
στάσου μονάχη να ελπίζεις σε ενός κελιού ελευθερία σε μια παγίδα ακόμα να σε σώσει.

Μην μου χτυπάς ξανά την πόρτα - blast from the past 3

Όσο χέρια κι αν απλωθούν, αν δεν τραβήξουν δυνατά δεν βγαίνεις απ’ την άμμο που ρουφάει. Όσοι κι αν έρθουν δίπλα σου να σε κρατήσουν δεν μπορούν αν δε θελήσεις από μόνη σου να τους αφήσεις. Δεν θες κανέναν δίπλα σου μάτια μου. Δεν θέλεις ψίθυρους, δεν θέλεις λόγια, δεν θες ματιές παρηγοριάς.
Κι ύστερα αυτός, κι ύστερα το τηλέφωνο.
Με ρωτάς τι κράτησα, τι έχω, τι θυμάμαι και τι μου λείπει από σένα.
Μου λες πως τα ‘κανα όλα τόσο απότομα που σάστισες.
Μου λες πως έφυγα τη νύχτα σαν κυνηγημένη, μου λες πως δεν γύρισα ποτέ μου να σκεφτώ τι αφήνω πίσω μου, τι καταστρέφω, ποιους βγάζω απ’ τη ζωή μου. Αυτό είναι και το λάθος σου μάτια μου.
Ποτέ δεν θέλησα να τα μετρήσω, ποτέ να τα ζυγίσω, ποτέ να τα τακτοποιήσω, ποτέ να βάλω αριθμούς. Και τώρα έρχεσαι ξανά, σαν φάντασμα από το πουθενά να με στοιχειώσεις, να ανασκαλίσεις τη ζωή μου, να ψάξεις λογική στις πράξεις και στα θέλω μου. Τι θυμάμαι;…
Θυμάμαι τα πρωινά που ξύπναγα και έβρισκα καφέ ακουμπισμένο στο τραπέζι κι ένα τσιγάρο έτοιμο στριμμένο. Την γκρίνια όταν έβλεπες την οδοντόκρεμα ανοιχτή και το νερό να τρέχει στο μισο- πλημμυρισμένο πλέον μπάνιο. Τα ρούχα που έψαχνες να βρεις και σου λεγα ότι είναι απλωμένα.
–Αφού δεν έβαλες πλυντήριο, από πότε;
-Από παρα-προχτές!...
Και γέλαγες, και μου λεγες «θα στρώσεις».
Κι άλλο λάθος μωρό μου. Στρώνουνε έτσι εύκολα οι άνθρωποι; Αλλάζουν έτσι εύκολα οι χαρακτήρες; Ποτέ δεν μ’ ένοιαξε μωρό μου η μπουγάδα, ποτέ δεν μ’ άρεσαν τα εύκολα, τα καθημερινά.
Μη με ρωτάς ξανά λοιπόν τι έφταιξε, τα χνώτα μας δεν ταίριαξαν, τα θέλω μας σε κόντρα, αντίθετα τα όνειρά μας.
Κι όλο το φταίξιμο δικό μου, τίποτα δεν σε χρέωσα, ποτέ δεν θα το κάνω. Απ’ την αρχή το ήξερα, κι όσα συγγνώμη να σου πω δεν θα ‘ναι αρκετά. Σάμπως υπήρχε πιθανότητα να γίνω αυτό που ήθελες ποτέ, σάμπως θα ήταν δυνατόν να αρκεστώ σ’ αυτά ποτέ. Αλλά με ήξερες κι εσύ. Και τον εγωισμό μου, και την αχαριστία μου και την αγάπη μου για το καινούργιο.
Απ’ την αρχή την είδες την αδιαφορία μου, απ’ την αρχή είδες το χαρακτήρα μου.
Κι έμεινες. Κι έφυγα.
Και θα ξανάμενες. Και θα ξανάφευγα.
Μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου όσο αγαπάς τους γύρω σου.

Σάββατο, Μαρτίου 14, 2015

Ούτε μέση, ούτε αρχή

Ανάμεσα σε καλώδια, σε συνδέσεις που αρνούνται να δουλέψουν, σε χαμηλωμένες μουσικές από τα ηχεία του λάπτοπ. Προσπαθώ να καταλάβω πώς, προσπαθώ να καταλάβω τί… Από την άλλη… μπα… άστο, δεν θα ασχοληθώ. Ο καθένας ότι καταλαβαίνει, ο καθένας όπως ερμηνεύει.
Περίσσια δύναμη δεν έχω και για αυτό. Περίσσια δύναμη δεν θα ψάξω να βρω.
Κι ας πλημμυρίσουν οι καρδιές, κι ας χορέψουν όπως πρώτα.
Ας αφεθούν σε χάδια κι αγκαλιές, ας αναζωπυρώσουν οι ματιές.
Κι οι λέξεις μια ζωή μπροστά, πρωτεία όλα ετούτα που χάθηκαν για λίγο χρόνο μοναχά.
Στις θέσεις μας ξανά, οι επάλξεις γέμισαν, οι φωνές ακούστηκαν, οι άνθρωποι ξεθύμαναν, τα πάθη ξανανίκησαν.
Πάθη, λάθη, μινυρίσματα, υπεκφυγές και οπισθοχωρήσεις.
Γκρεμίζουμε τους φράχτες μας και παίζουμε ελεύθεροι.
Γυρνάμε ωσάν ονειροπόλοι, ανάλαφροι και εκτυφλωτικοί, εξαφανίζουμε σκιές του παρελθόντος, διαγράφουμε φοβίες του παρόντος, στρώνουμε ροδοπέταλα για αυτούς που πρόκειται να περπατήσουν.
Ανθρώπους της ζωής μας σταθερούς, πρόσωπα που σου κρατούν το μπράτσο, μεταξένιες στιγμές που αφήσαμε να φύγουν.
Τα κουκούλια που δεν μείναμε όταν σπάγανε να δούμε, το όμορφο που έβγαινε κι εμείς γυρνούσαμε αλλού.
Κι όσοι πληγώθηκαν προσπέρασαν, κι όσοι έκλαψαν εξαφανίστηκαν.
Κι όσοι αγάπησαν προδόθηκαν, κι όσοι προδώσανε πληρώσανε.
Κι εσύ πιο πέρα μάτια μου νομίζεις πως οι κύκλοι κλείνουν.
Μα δεν καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει ούτε μέση ούτε αρχή, συνάμα ούτε τέλος.
Κι όσο θέλει θα γυρίζει, κι όπου θέλει θα μας βάζει.

Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2014

Όλα όσα μισείς

Όλα αυτά που δεν σ’ αρέσουν. Όλα αυτά που μισείς.
Όλες σου τις ανασφάλειες μπροστά σου θα στις βγάλω.
Δεν αλλάζω άλλο, δεν προσαρμόζομαι άλλο, δεν προσπαθώ από δω και πέρα.
Δεν θα κλαφτώ για ό,τι έχω περάσει, δεν θα κλείσω το στόμα μου, όχι άλλα ψέματα φίλε. Αδιαφορώ για τι σ’αρέσει πλέον. Δεν τα παράτησα όλα για να’ χω κι άλλη καταπίεση. Έχασα μια φορά τον εαυτό μου, μα δεν το ξανακάνω.
Είμαι αυτό στο οποίο κλείνεις τα μάτια. Είμαι αυτό που φοβάσαι. Όλα όσα φοβάσαι. Ανήσυχη, ανυπάκουη, ξεροκέφαλη, δοκιμασμένη. Παιδεμένη, αγαπημένη. Όσα σιχαίνεσαι. Όλα πάνω μου. Κάνω, μιλάω, προκαλώ. Χορεύω, τραγουδάω, ξεσπάω, φωνάζω.
Και ναι, πονάω. Νιώθω. Αμέτρητες φορές έχω νιώσει. Αμέτρητες έχω πέσει. Κι ακόμα πιο πολλές έχω σηκωθεί. Θέλεις ανθρώπους γύρω σου ντουβάρια. Θέλεις ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει. Σε τρομάζει ο πόνος μάτια μου, σε τρομάζουν οι εμπειρίες.
Αδυνατείς να καταλάβεις πως δεν είναι όλα επιλογές. Δεν ζήτησες να γίνεις έτσι, δεν ζήτησες να ζήσεις κάποια πράγματα. Σκληραίνουνε οι άνθρωποι με τον καιρό, σκληραίνουνε οι άνθρωποι με τις εμπειρίες.
Το λένε δύναμη ψυχής μωρό μου το να συνεχίζεις. Μακάρι να μη χρειαστεί ποτέ σου να το μάθεις. Στο εύχομαι ολόψυχα. Μόνο ευτυχισμένα πρόσωπα τριγύρω σου να έχεις. Με ωραίο παρελθόν, καθαρό. Χωρίς μαύρα σημεία, χωρίς δάκρυα, χωρίς κρυμμένα μυστικά και λάθη. Μάθε να ην κρίνεις όμως αν δεν ζήσεις. Να μπερδεύουν κάθε μέρα τ’ όνομά σου. Να σε φωνάζουνε σε άλλο γένος από αυτό που είσαι. Να τους θυμίζεις μέρα νύχτα κάποιον άλλον. Χρόνια παλεύω να συμφιλιωθώ με το παρελθόν. Αυτό που δεν ακούμπησα, αυτό που δεν γνώρισα. Πάνω μου πλέον γραμμένο, να το βλέπω. Κι ίσως το συνηθίσω κάποια μέρα.
Τέρμα το κρυφτό με σένα, τέρμα η προσπάθεια. Κάτσε κάπου και δες με να ξεμακραίνω, να φεύγω, να μην ρίχνω πίσω ματιές.
Και δες όλα αυτά που σιχαίνεσαι. Δες τα όλα πάνω που τώρα. Θα δεις γυναίκα, όχι κοριτσάκι, όχι σκιά. Ψηλοτάκουνα λοιπόν να κάνουν θόρυβο στα πλακάκια.
Ν’ ακούγονται, να χτυπάνε. Με τα ρούχα που μισείς. Μαύρα και προκλητικά.
Να δίνουν μια εικόνα που απεχθάνεσαι. Τη σκληρή.
Βαμμένη, προετοιμασμένη. Να διατάζω, να υπάρχω.

Όχι πια χαμένη.
Όχι πια ερωτευμένη.

Πάρε το κίτρινο και δίνε του.

Δευτέρα, Μαρτίου 11, 2013

Κυριακή

Κι εσύ που είχες πει πως θα 'σαι πάντα εδώ.
Κι εσύ που πάντα γέλαγες κι έτρεχες παντού.
Κι εγώ αλφάβητω να συναρμολογώ, τη λύπη σ' επικήδειο να μετατρέψω.
Θα βάλω τα καλά μου μάτια μου και δείπνο θα μας φτιάξω. Ποτέ πιά ατημέλητη στο τραπέζι μαζί σου. Ποτέ πια με φόρμες και φούτερ, ποτέ σαν να ΄ναι ένα απ' τα βράδια τα συνηθισμένα.
Να αστράφτεις χαρά μου και να γελάς.
Όλες μου τις ντουλάπες κουβάρι θα στις κάνω για να 'χεις δουλειά. Αυτό που πάντα με τόση αγάπη και τόσο μεράκι γύρευες να σιγυρνάς. Ώρες να διπλώνεις, ώρες να τακτοποιείς.
Μετά καφέ. Εγώ θα στον φτιάξω. Όπως τον θες. Λίγο νερό ζεστό στο ποτήρι κι ο καφές μέσα να πέφτει. Όχι, όχι, το ξέρω, δεν θα στον ανακατέψω, δεν θα στον χτυπήσω. όπως εσύ τον θέλεις μάτια μου.
Πώς οι λέξεις τώρα να μπουν σε σειρά για να σ' αποχαιρετίσουν; Αρνιούνται κι αυτές στους νεκρούς να σε στείλουν.
Ποιός άραγε εσένα στους νεκρούς σιμά να φανταστεί, πώς να πιστέψω θέλεις πως την πόρτα δεν θα ξανανοίξεις;
Πιό ζωντανός κανένας από σένα μάτια μου κι ο νους δεν το χωρά.
Κι όλο κοιτάζω γύρω γύρω και νομίζω πως σε βλέπω. Κι όλο κάποια άλλη είναι.
Αλλουνού αδερφή, μητέρα, νονά, αλλουνού αγαπημένη.
Ποιό μαύρο να φτάσει για τη θλίψη που ήρθε; Ποιό πένθος μπορεί τα στοιχειά να σωπάσει, ποιό κλάμα τη βοή που ακολουθεί;
Τίποτα ίδιο και το ξέρεις μωρό μου.
Καμιά νύχτα, καμιά ανάσα, κανένα γέλιο.
Κυριακή μεσημέρι αγάπη μου και σβήστηκε η μέρα.
κυριακή κοριτσάκι μου και δεν θα υπάρξει άλλη.

Εις το επανιδείν.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2013

Αλλάζοντας

Βράδια χαμένα σε στενά και σε πλατείες, να πιάνεσαι από ό,τι βρίσκεις. Να παρασύρεσαι και να τραβάς κι άλλους μαζί σου. Στην δικιά σου κατάντια, στη δικιά σου ντροπή. Μέρες που ξυπνάς και δεν θυμάσαι. Φροϋδικά πρωινά που έχεις αποβάλλει ό,τι σε σκοτώνει, ό,τι σε πονάει. Στιγμές που ψάχνεις μέρος να κρυφτείς από την ίδια τη συνείδησή σου. Πεπεισμένη πως τα κατάφερες, σίγουρη για τον εαυτό σου παραγγέλνεις ποτό. Πιστεύεις πως τον έχεις ξεφορτωθεί απ’ το μυαλό σου, πως έχει φύγει μια για πάντα. Κατεβαίνει η πρώτη γουλιά, νιώθεις την πρώτη ανατριχίλα. Τελειώνει το ποτήρι, έχεις μπει ήδη στο δρόμο του. Έχει προλάβει να σε κυριεύσει και δεν το χεις καταλάβει. Κυλάνε τα λεπτά, κυλάει το ποτό, κυλάει αυτός στις φλέβες σου. Κι ό, τι σ’ έσωνε μέχρι τώρα καταρρέει. . Κι ο γαμημένος ο εγωισμός, και η ρουφιάνα αυτοπεποίθηση. Και πέφτουν μονομιάς, γκρεμίζονται με μια γουλιά. Κι όλες οι κρυψώνες σου στη φόρα. Από πλαγιάσματα άσκοπα, ξενύχτια δίχως νόημα, μελαγχολίες που κρατούν.
Τώρα ρωγμές στα σωθικά σου, χαλάσματα μες την ψυχή σου και πάλι απ’ την αρχή να μαζευτείς. Πώς να σταθείς στα πόδια σου μωρό μου τώρα που έχουνε κοπεί; Πώς να σηκωθείς από εκεί που έχεις πέσει; Πόση δύναμη να έχεις κι από πού να την αντλήσεις; Μια ζωή τα ίδια λάθη, μια ζωή κακές συνήθειες. Σε πόσα τραγούδια χάνεσαι, πόσους στίχους σιγοτραγουδάς, πόσο πονάς…
Φίλοι που μιλάνε, φίλοι που συμβουλεύουν. Λόγια που περνούν και φεύγουν. Ένα μυαλό, ένα σώμα, μια καρδιά, όλα εκεί, πάντα εκεί, πάντα γαντζωμένα, μαγκωμένα. Δεν υπάρχει παρηγοριά, όχι αυτή τη φορά. Δεν θες ώμο ν’ ακουμπήσεις, δεν θες χείλια να φιλήσεις, κρεβάτι να κυλήσεις. Πόσο λίγα σου φαίνονται, πόσο περιττά, πόσο έχεις αναλώσει τον εαυτό σου. Σκορπίζεσαι μια ζωή και ψάχνεις να τον βρεις. Σε αλλονών τα μάτια, σε αλλονών τα κρεβάτια. Κι όσο δεν τον έχεις συνεχίζεις. Μη με λες ρομαντική όταν σου μιλάω, μη με λες πεζή όταν γράφω. Εγώ είμαι μάτια μου, η ζωή μου μωρό μου, αυτός είναι φίλε. Κι όσο το σιχαίνομαι, όσο το μισώ, τόσο εξαρτημένη. Ψάχνω τρόπο να βάλω ένα τέλος, να το λήξω. Πόσα ψέμματα στον εαυτό μου. Υποκρισία σε μένα από μένα. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχω. Χωρίς αυτόν γυρνάω στο κορίτσι που παράτησα. Στο ξανθό πλάσμα που με όριζε, σ’ έναν εαυτό που ποτέ δεν αποδέχτηκα. Κι ό,τι έχτιζα χρόνια γκρεμίζεται. Ξανά με τη τσάντα τη σχολική, ξανά με το ξανθό μαλλί, ξανά με την ανεμελιά που μισούσα. Πάλι στα θρανία, να μάθω τη ζωή μου αυτή τη φορά, να μάθω ποια είμαι, ποια θα ήμουν αν δεν υπήρχε. Απ’ το μηδέν εγώ ξανά να μπουσουλάω σαν μωρό. Να κλαίω σαν μωρό. Βουβό κλάμα, βραχνή φωνή, άδειο χαρτί και θέλω να το κάψω. Φωτιά μάτια μου σε όλα και μένω ξεκρέμαστη να αναρωτιέμαι για το παρελθόν μου. Να αναρωτιέμαι τι είναι πάνω μου αληθινά, τι είναι δικά μου και ποια είναι τα δανεικά. Ποιες σκέψεις μπλέχτηκαν, ποια θέλω ήταν τα δικά του. Ποιανού ανησυχίες κουβαλάω τόσα χρόνια, τί πάνω μου δεν είναι φτιαχτό, τι δεν έχει πλάσει, τι δεν έχει σμιλέψει; Γαμημένα παιδικά χρόνια που δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις, πού πας να μπλέξεις. Τρέξε μάζεψε τώρα τα συντρίμμια σου, βρες στα 23 σου ποια είσαι. Γύρνα στα 13 και χτίσε πάλι τον εαυτό σου.
Ποτέ πια σ’ αγαπώ. Ποτέ πιά εξάρτηση. Καμία χαραμάδα, καμία τρύπα για κανέναν. Καμία αδυναμία ξανά. Σκληρό πρόσωπο, παγωμένη καρδιά, έτσι θα ‘μια και σ’ όποιον κάνω. Δεν υπάρχει θέση για ευαισθησίες και ρομαντισμούς.
Αλλάζοντας συνήθειες, αλλάζοντας στέκια, αλλάζοντας ανησυχίες, αλλάζοντας όνειρα.
Αλλάζοντας εμένα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012

Κι ύστερα, κι ύστερα


Είσαι άραγε εδώ όταν σε ζητάω;
Την ώρα που ανυπόμονα γυρεύω εκείνο το άγγιγμα το αθώο;
Στα αθώα την βρίσκεις την αγάπη. Στα αγγίγματα που δεν προσδοκούν και δεν απαιτούν. Στις ματιές που δεν γυρεύουν επιστροφή, σε πράξεις και σκέψεις που δεν έχουν εικόνα. Μόνο ένα συναίσθημα αόριστο, ανώνυμο.
Ποτέ σου μην πεις ψέμματα για να κερδίσεις εντυπώσεις. Πόσο γελοίοι οι άντρες εκείνοι που με κατορθώματα τα λόγια τους φουσκώνουν μη και η άλλη πειστεί.
Μη και τάχα ερωτευτεί. Την ανασφάλεια του άλλου να είναι ο εαυτος του. Ένας εαυτός που δεν έχει ταιριάξει με τον υπόλοιπο. Εμπειρίες που μείναν στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που δεν τις αφομοίωσε.
Δεν ερωτεύονται πλασματικά οι γυναίκες, δεν ερωτεύονται την ιστορία με τους δράκους που νίκησες, μήτε τις απογοητεύσεις του παρελθόντος. Δεν ερωτεύονται ένα δύσκολο παρελθόν ούτε έναν άντρα που μιλάει για αυτό. Αυτό που γλυκαίνει, αυτό που τις φλόγες ανάβει και κάνει τη λάμψη στα μάτια της να αλλάζει είναι αυτό που έχει εκείνος αποκομμίσει. Λέξη δεν χρειάζεται να πει. Κουβέντα να βγάλει. Τα λέει η αύρα του όλα, τα λένε τα λόγια τα υπόλοιπα. 
Κατάλαβες τώρα πώς οι φαμφάρες μονάχα γέλια φέρνουν;

Κι ύστερα η κούραση. Κι ύστερα η αγανάκτηση.
Κι ύστερα η παρενθέσεις στο κείμενο που έχεις μπροστά σου κλείνουν. Ήταν πολλές οι γραμμές αυτές που αφιέρωσες να εξηγήσεις ξανά τα εξόφθαλμα.

Κι ύστερα πίσω σ’ αυτό που σκεφτόσουν, σ’ αυτό που άφηνες το μυαλό σου να χαθεί.
Και δε χάνεται το γαμημένο. Τόσο οργανωμένο, τόσο παραταγμένο, τόσο τακτοποιημένο. Να θες να δώσεις μια και να το κάνεις άνω κάτω. Να σταματήσει να ζυγίζει, να σκέφτεται, να σχεδιάζει. Κι ύστερα να το μετανιώνεις. Να θες να δώσεις μια στου άλλου να τον συνεφέρεις, να σκέφτεται, να πράττει, να μιλάει όπως εσύ.
Κί υστερα βλέπεις τους εγωισμούς πυρά να ρίχνουν εκατέρωθεν. Πολλά “ύστερα”...
Φτάνουν τα λάβαρα εδώ, ώρα για μια σημαία λευκή. Κι ας είναι και της ήττας.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2012

50μ απόσταση & ένα μπαλκόνι



Όταν σκέφτεσαι γιατί. Όταν ρωτάς το πότε και το πώς. Όταν ψάχνεις σε κάθε όμορφο σκιά να βρεις. Δεν ζεις, δεν υπάρχεις, παρά μόνο μέσα από των άλλων τις αμιχές. 
Έβλεπα ανθρώπους συχνά να το κάνουν, έπιανα τον εαυτό μου έτσι να φέρεται. Όχι τόσο, αλλά όσο. Ίσως και πέρα. Τί να σου πω... Δύσκολο εγώ εμένα να κρίνω. Απαραίτητο. Αλλά δύσκολο. Επίπονο. Αλλά όχι ακατόρθωτο.

Εδώ, στα μάτια μου μπροστά, στο βλέμμα μου που απορεί. Το κάποτε σίγουρο για επικείμενε από γνωστούς αντιδράσεις, το κάποτε βέβαιο για την λάμψη στ μάτια που λόγια δικά μου-δικά σου, σ’ αυτούς θα προκαλούσαν. Να στέκω εμβρόντητη. Άλαλη και ταραγμένη. Με πρόσωπα να κοιτούν σε μένα τη λύση να βρουν, παρηγοριά και ώμο να ακουμπήσουν αυτό που νόμιζα χαρά τους πως θα είναι.

Άραγε είναι περασμένη υποκρισία; Άρα είναι άλλη μια απάτη που εξόφθαλμα μου κουνούσε τα χέρια μέχρι εχτές; Και το μπαλάκι σε σενα ξανά. Να καίει αυτή τη φορά, αδύνατιν να το κρατήσεις. Σε βάζουνε να το πετάξεις χωρίς να πεις στον άλλον πως ζεματάει. Να φταις εσύ που θα τον κάψεις. 
Να είσαι εσύ ο άνθρωπος ου θα πληγώσει. Να μεταφέρεις μια λύπη κατασκευασμένη κι ένα πρόβλημα στα σύννεφα ταξιδεμένο.

Συνεξάρτηση το λένε επιστημονικά, αδυναμία να νιώσεις χαρά το λέω ψυχρά.