Τρίτη, Οκτωβρίου 26, 2010

Σφραγισμένα στόματα

Η απελπισία αυτών των ανθρώπων είναι ολοφάνερη από το γεγονός και μόνο ότι θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που εμείς θέλουμε να φύγουμε άρον-άρον, την ώρα που βλέπουμε το μάλλον μας πιο μαύρο κι απ’ την καλιακούδα.

Πρόσωπα γεμάτα εικόνες, ζωγραφισμένες οι κακουχίες πάνω τους, στην κάθε ρυτίδα, στο κάθε σημάδι. Μάτια που ξεχειλίζουν πόνο και αγανάκτηση. Καρδιές γεμάτες δύναμη και κουράγιο, όνειρα ακουμπισμένα στη γαλανόλευκη που καίγεται.

Φύγανε απ’ το Ιράν για να γλιτώσουν, φύγανε για να βρούνε μια διέξοδο, μια πατρίδα να τους φιλοξενήσει , ένα χώμα να πατήσουν χωρίς ν’ αφήνουνε κηλίδες αίματος πίσω τους. Δύο μήνες στα Προπύλαια, τώρα γράφτηκε το άρθρο. Το τεύχος έχει λογικά κυκλοφορήσει από την προηγούμενη εβδομάδα, ένεκα η Ολλανδία, τώρα έπεσε στα χέρια μου. Ξεφυλλίζω την εφημερίδα και πέφτω πάνω σ’ αυτή τη σελίδα. Τρεις παράγραφοι και οχτώ πρόσωπα με ραμμένα στόματα. Δύο μήνες στημένοι, 10 μέρες απεργία πείνας, μισή σελίδα. Ακόμα και η διαφήμιση για το deree και για το smart περισσότερο χώρο πιάνει. Όταν ακόμα και τα ΜΜΕ μιας χώρας δεν ασχολούνται πώς περιμένουμε ν’ ασχοληθεί το κράτος; Δεν είναι δα και το νέο της χρονιάς πως για να δράσει η πολιτεία πρέπει να γίνει ντόρος, να γίνει σαματάς. Χωρίς χαμό δουλειά δεν γίνεται στη χώρα αυτή, σίγα το κρατικό μυστικό.



Υπέρμαχοι της δημοκρατίας, αυτοδιαφημιζόμενοι πρωτοστάτες της στη χώρα ετούτη, κι όμως, άνθρωποι που διώκονται για χρόνια, που μάχονται, δεν είναι αρκετοί για μας, δεν είναι άξιοι να πάρουν άσυλο. Εμείς οι βολεμένοι είμαστε καλύτεροι. Βουλιαγμένοι στον καναπέ μας αναμασάμε ό,τι μας ταΐζουν, ό,τι μας δείχνουν. Ανίκανοι και βαριεστημένοι να ανοίξουμε λίγο τα μάτια μας να κοιτάξουμε γύρω μας, πέρα από την κρεβατοκάμαρα του διπλανού και το βρακί της Τζούλιας, τη γόβα της Κορομηλά.

Ανίκανοι και βαριεστημένοι να δράσουμε. Όλα μασημένα, ετοιματζίδικα, στα πρόχειρα, στο πόδι. Όπως όλα τα βλαβερά, τα ανθυγιεινά.

Κι αρκούμαστε σ’ αυτήν μας την κατάντια. Ανοίγουμε την τηλεόραση και χαζεύουμε με τις ώρες σιδερωμένα πουκάμισα, περιφερόμενες γραβάτες. Δημοσιογράφους να χαϊδεύουν τα’ αφτιά πολιτικών και να μιλάν για πταίσματα.



Διαβάζω τα λόγια του Ribwar, «Λυπάμαι για τον Πλάτωνα και την ελληνική δημοκρατία.» Αντί να λυπόμαστε εμείς που έχουμε πιάσει τον πάτο τον απόπατο, λυπούνται αυτοί. Αντί να διαμαρτυρηθούμε εμείς που μας πηδάν τη χώρα το κάνουνε αυτοί.

Τολμήσανε να βοηθήσουνε έναν πολίτη. Έναν συμπολίτη μας. Οι αστυνομικοί απάντησαν με βία. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν. Να βγάζουνε τα γκλομπ και να χτυπάνε. Σάμπως τους έμαθε κανείς να μιλάνε; Εκπαίδευση για αγρίμια, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, ίχνος κατανόησης. Όπου ξένος, όπου αλλόθρησκος, όπου νέος. Όπου όνειρα και ιδέες, εκεί κι αυτοί. Εκπαιδευμένα ντόπερμαν που ξέρουν μόνο να γαυγίζουν και να δαγκώνουν. Ακόμα και το χέρι του αφεντικού, το χέρι που τα ταΐζει, την ίδια την Ελλάδα. Μια χώρα είναι οι πολίτες της, μια χώρα είναι οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν, κι αυτοί ορίζουν Κι όμως, εδώ, τώρα, αυτοί που είναι για να προστατεύουν χτυπάνε. Εξουσία δοσμένη σε χέρια τραμπούκων ντυμένων στα μπλε.

Κουστουμαρισμένη δημοκρατία μ’ ένα σακάκι που μας πνίγει. Κι ενώ ασφυκτιούμε δεν το βγάζουμε ,απλά και μόνο γιατί φαίνεται ωραίο στον καθρέφτη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 18, 2010

Από το α' πρόσωπο στο γ' .

Πρώτο κείμενο φίλε που δεν είναι για αυτόν. Πρώτο κείμενο που δεν μιλάω σ’ αυτόν. Έψαχνες τρίτα πρόσωπα; Να φύγει το α ενικό; Να μην μιλάω πιά για μένα.
Δεν θες να μπλέξουν τα ονόματα. Δεν θες να μπλέξουνε οι χαρακτήρες. Έχω καιρό να παίξω με πρόσωπα. Έχω καιρό να μπω σε ρόλους.
Δεν θέλει να το ξεκινήσει, δεν θέλει να ξανακρυφτεί. Κουράστηκε να χώνεται σε τρύπες, κουράστηκε να ψάχνει χαραμάδες, βαρέθηκε το στρίμωγμα στα κενά. Στις ώρες που περισσεύουν, στα λόγια που περνούν και φεύγουν. Στις πράξεις που είναι της στιγμής.
Με τις ώρες τους όλα. Με τις στιγμές τους. Ήρθε ο καιρός ν’ αλλάξει η δομή, ήρθε ο καιρός να μπούνε νέοι ρόλοι. Νέοι πρωταγωνιστές.
Πρώτες δειλές λέξεις, πρώτα δειλά βήματα. Συναίσθημα ίδιο με αυτό που έχεις όταν πας στον επόμενο. Την παράξενη ανατριχίλα, το μούδιασμα όταν πρωτοφιλάς τον καινούργιο. Απ’ τη μια ξένο, απ’ την άλλη ελκυστικό. Ώρες-ώρες παράνομο, απαγορευμένο, ριψοκίνδυνα όμορφο…
Γλυκό, παράξενο, άγνωστο.
Ψάχνεις απ’ την αρχή πατήματα, μπουσουλάς μέχρι να σηκωθείς ξανά στα δυό σου πόδια, εξερευνείς. Περνάς τα χέρια σου πάνω στο καινούργιο σώμα, αγγίζεις το νέο, χαμογελάς.
Διαφορετικό άρωμα, διαφορετική αίσθηση, διαφορετική διάθεση.
Μέχρι να ξεκινήσεις ξανά, μέχρι να βρεις το επόμενο, χαλαρώνεις. Απολαμβάνεις τις στιγμές σου. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Πάντα κάτι στα σκαριά. Πάντα κάτι να σε τρώει, πάντα κάπου να διστάζεις.
Κι όμως, δεν θ’ αργήσει, θα ξυπνήσει πάλι ο Βελζεβούλης μέσα της.
Σκόρπιες εκφράσεις, σκόρπια λόγια, σκόρπιες λέξεις και εκφράσεις. Πώς να τα βάλει σε σειρά, πώς να τα τακτοποιήσει; Λες και υπήρξε ποτέ τίποτα τακτοποιημένο στη ζωή της, στις κινήσεις της, στα θέλω της. Τάξη όχι. Ξεκαθάρισμα ναι. Πόσο μισεί τα μισόλογα, πόσο σιχαίνεται τα μπερδέματα. Προσαρμοστικότητα στο έπακρο τέτοιες στιγμές, σε τέτοιες καταστάσεις.
Κι ό,τι κι αν κάνει κι ο ένας, ο όποιος, ο κάποιος, κι ότι κι αν κάνει κι αυτή, τουλάχιστον δεν θα μυρίζει ναφθαλίνη.

Το κείμενο ήταν ήδη έτοιμο ν’ανέβει από χτες το βράδυ. Τα πλήκτρα του υπολογιστή έμενε να πατηθούν κι όμως την πρόλαβε. Για αυτό δεν απάντησε, για αυτό δεν συμμετείχε ενεργά, για αυτό δεν μίλαγε πολύ. Είχε διαβάσει λίγες ώρες πριν…
Χαμογέλαγε μ’ αυτή την έκφραση στο πρόσωπο που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Φερμάροντας τις λέξεις, τις προτάσεις, τη σειρά. Αναπόφευκτο. Όταν ξέρεις κάποιον ψάχνεις να τον βρεις σ’ αυτά που γράφει. Και μετά κάτι άλλο, κάτι παραπάνω, που ενώ μοιάζει διαφέρει. Απαθανατίζεις, απαγκιάζεις, απεικάζεις και συνεχίζεις την ανάγνωση.
Κι όταν σταματάει θέλει κάτι να πει, αλλά όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσει δεν αρκούν. Δεν ξέρει πώς να τις ταιριάξει, δεν ξέρει πώς να τις τακτοποιήσει. Είπαμε, ποτέ δεν μπόρεσε σε τίποτα να βάλει τάξη. Στρατοπαιδεύω στο δικό μου σεπαρέ λοιπόν, για να μιλήσω με λέξεις που χρησιμοποιείς κι εσύ, και καταφεύγω στο χαρτί. Πάλι πρόσωπα εναλλάσσονται, πάλι ρόλοι παίζονται, πάλι απορεί. Μαθαίνοντας λίγο ακόμα για έναν άνθρωπο, μαθαίνοντας λίγο ακόμα έναν άνθρωπο. Αν δεν απείχα από το αλκοόλ, θα άνοιγα ένα ουίσκι. Θα μείνω όμως με το χαμόγελο και τον καπνό.

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

Μάθημα ζωής

Είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει από ώρα, φαινόταν από τις λακκούβες που είχαν γεμίσει νερό στην πλατεία Κλαυθμώνος. Έχοντας ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κατάφερα να κλείσω 8ωρο ύπνου, η πιθανότητα να συνεχίσω το περπάτημα μέχρι το 112 ατύχησε.

Βγήκα στην λεωφόρο και σταμάτησα το πρώτο ταξί που περνούσε. Ναι, υπέκυψα στο πάθος μου ξανά. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου όταν άνοιξα την πόρτα. Ίδιο μ’ αυτό που διαπερνάει όσους είναι στο πρώτο στάδιο της απεξάρτησης.- Όσους κατάφεραν να φτάσουνε μέχρι εκεί. Οι άλλοι δεν ζήτησαν ακόμα βοήθεια. Κι αυτοί που το ‘καναν ακόμα περιμένουν. Λες και δεν περίμεναν ήδη μια ζωή. Λες κι έχουνε χρόνο να περιμένουν. Λες κι έχουνε αυτή την πολυτέλεια. Το κράτος πρόνοιας. Που σέβεται τους πολίτες. Που βοηθάει τους πολίτες.-

Κάθισα στο μπροστά κάθισμα. Νοσταλγία, παρελθόν, παλιά συναισθήματα.

Περίεργες μελωδίες έπαιζαν μέσα στο ταξί. Ξένοι ήχοι, μελαγχολικοί, με λόγια που αδυνατούσα να καταλάβω. Όμορφοι όμως, ταξιδιάρικοι, νοσταλγικοί. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον οδηγό. Ξένος κι αυτός, διαφορετικός, ταξιδεμένος. Από κάποιο μέρος της Αφρικής. Με ρώτησε πού πάω, του είπα Ιπποκράτους. Ξεκίνησε αμέσως. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, μαγεύτηκα από τους ήχους, ξεχάστηκα, και άρχισα να χαζεύω έξω από το παράθυρο τους βρεγμένους δρόμους.

-Είσαι καλά;

Ξυπνώντας με από το ταξίδι μου, ρώτησε αν μου συμβαίνει κάτι.

Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Απάντησα ναι και συνέχισα να παρατηρώ, να σκέφτομαι, να παρασύρομαι από την ξένη αυτή μουσική. Στο τηλέφωνο μου είπανε οι φίλοι πως ήταν ακόμα Πατησίων.

-Τελικά πάμε Πατησίων.

-Τι πας να κάνεις εκεί; Δεν έχεις κλειδιά;

-Είναι κάτι φίλοι και με περιμένουν.

-Φίλοι; Τι όμορφο πράγμα οι φίλοι. Τι ωραίο να έχεις φίλους. Κάποιον να σε νοιάζεται. Είσαι πολύ τυχερή. Άσχημο πράγμα η μοναξιά. Δεν αντέχεται.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα. Και κάπου εκεί σταμάτησα να παρατηρώ τους δρόμους κι έστρεψα την προσοχή μου σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Πόσα μπορεί να έχει να πει, πόσα μπορεί να τον βασανίζουν.

Δύο λεπτά αργότερα σταματήσαμε σ’ ένα φανάρι. Οι επιβάτες από το δίπλα αυτοκίνητο κοίταζαν περίεργα…

-Να, κοίτα, οι δίπλα μας κοιτάνε. Γιατί άραγε;… Εσένα θα κοιτούν, εσύ θα τους φαίνεσαι περίεργη.

Το είπε με τόσο πόνο, με τόση θλίψη, κι όμως, είχε ζωγραφισμένο ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Πόση δύναμη αυτοί οι άνθρωποι. Πάνω που πήγα να μιλήσω, πριν προλάβω να αρθρώσω την παραμικρή λέξη, συνέχισε.

-Ζω για τη στιγμή που θα σταματήσουν να με κοιτάνε περίεργα. Για τη μέρα που θα οδηγώ στο δρόμο και δεν θα γυρνάνε όλοι να με κοιτάνε. Που θα μπορώ να περνάω έστω και για μια στιγμή απαρατήρητος.

Φτάνοντας στον προορισμό μας έψαχνε να βρει να μου δώσει 5 λεπτά για ρέστα…

Με καληνύχτισε, περίμενε να με δει να μπαίνω στο μαγαζί και χάθηκε. Έμεινα σοκαρισμένη, έμεινα να σκέφτομαι. Διηγήθηκα την ιστορία στους 2 φίλους που ήτανε στο μαγαζί μη μπορώντας ακόμα να συνέλθω από τα λόγια αυτού του ανθρώπου. Ο ένας γύρισε και με ρώτησε αν κράτησα τα στοιχεία του για να τον βρω να μιλήσουμε, να μάθω για τη ζωή του. Επίδοξος δημοσιογράφος είσαι μου λέει, αυτό θες να ακολουθήσεις, αν δεν το κάνεις από τώρα πώς θα μάθεις να γράφεις άρθρα, να βγάζεις ρεπορτάζ;

Δεν ήθελα να τον κάνω άρθρο, δεν ήθελα να μάθω περισσότερα για αυτόν. Χάνεται η μαγεία αν το ψάξεις, χάνεται η δύναμη της ιστορίας, η δύναμη και το κουράγιο αυτού του ανθρώπου. Δεν θέλω να γίνει άλλος ένας από αυτούς που μιλούν για τα βάσανά τους, για τη ζωή που άφησαν πίσω στη χώρα τους, που λένε τ’ όνομά τους.

Αυτός δεν χρειαζότανε να πει πολλά. Με δυο φράσεις καταλάβαινες τα πάντα. Τον πόνο που νιώθει, τις κακουχίες που έχει περάσει, το ρατσισμό που έχει υποστεί. Όλα πάνω του. Όλα στο πετσί του. Άνθρωπος πεταμένος από την κοινωνία. Άνθρωπος περιθωριοποιημένος. Από αυτούς που όταν τους πετύχεις στο δρόμο μπορεί και ν’ αλλάξεις πεζοδρόμιο, να κρατήσεις ενστικτωδώς την τσάντα πιο σφιχτά, να γυρίσεις με τρόπο το κεφάλι να δεις αν σε ακολουθούν.

Αν αρχίσω ξανά να παίρνω ταξί θα είναι εξ αιτίας του. Θα είναι για αυτόν. Μήπως και σταθώ τυχερή και τον ξαναπετύχω, μήπως και με ταρακουνήσει ξανά, μήπως και πάρω πάλι ένα μάθημα. Από αυτά που δεν μπορείς να πάρεις σε μια τάξη, σ’ ένα σχολείο ή σ’ ένα πανεπιστήμιο. Μόνο αρχαία εκεί, μόνο μαθηματικά, μόνο θεωρίες. Τίποτα για την κοινωνία μας, τίποτα για κόσμο, ούτε λέξη για τα χάλια μας. Παιδεία του κώλου. Ποτέ δεν άνοιξε τα μάτια των παιδιών, ποτέ δεν άνοιξε έστω και λίγο τους ορίζοντές μας. Αλλιώς δεν θα χαμε γεμίσει τόσα ζώα. Αλλιώς θα ήμασταν άνθρωποι.

Ένα μάθημα ζωής.