Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

Στο κέντρο της Αθήνας

Το γιατί σταμάτησα να μπαίνω σε ταξί είναι μεγάλη ιστορία κι όσο κι αν θα προκαλούσε γέλια μέχρι δακρύων σε πολύ κόσμο, λέω να κρατήσω για λίγο διάστημα ακόμα την αξιοπρέπεια μου σ’ ένα Α επίπεδο. Οπότε συγχωρήστε με, αλλά δεν θα τη μοιραστώ μαζί σας. Η ουσία είναι ότι απαρνήθηκα το μέσο μεταφοράς που με συντρόφευε τα τελευταία χρόνια της ζωής μου και μέσα στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα περνούσα περισσότερες ώρες της ημέρας απ’ ότι στο σπίτι μου. Όσοι με γνωρίζουν έστω και λίγο, ξέρουν την απέχθεια που τρέφω για τα μέσα μαζικής μεταφοράς είτε τα λένε τρένα, είτε λεωφορεία είτε μετρό. Οτιδήποτε τέλος πάντων περιλαμβάνει την επικύρωση του μπλε/κίτρινου εισιτηρίου, οτιδήποτε περιλαμβάνει αναμονή πέραν των 2’, οτιδήποτε περιλαμβάνει συνωστισμό. Έχοντας σαν δεδομένο λοιπόν ότι οι περισσότεροι φίλοι μου δεν οδηγούν και ότι αυτοί που οδηγούν με τρομάζουν, είτε γιατί φλερτάρουν με χαντάκια είτε γιατί φλερτάρουν με το villa, (κι άντε να κατέβεις από αυτοκίνητο που πάει με 120χλμ) αποφάσισα να εμπιστευτώ τον εαυτό μου. Περπάτημα λοιπόν και άγιος ο θεός.
Για να είμαι ειλικρινής είναι κάτι που πάντα ήθελα να κάνω. Να ξεκινήσω από το σπίτι μου, ή από κάποιο σημείο στο κέντρο, κι απλά ν’ αρχίσω να περπατάω γυρνώντας όλη την Αθήνα. Ήρθε η ώρα λοιπόν το σχέδιο να μπει σε εφαρμογή. Μια χαρά το timing, με αφετηρία την Ιπποκράτους. Μαβίλη, Ακαδημίας, Σύνταγμα, Πλάκα, Μοναστηράκι, Αμπελόκηποι, Πανεπιστήμιο, Καρύτση, Αιόλου και πάει λέγοντας.
Όταν είσαι μέσα σε αυτοκίνητο και κινείσαι δε μπορείς να παρατηρήσεις γύρω σου. Χάνεις όλες τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν την πόλη ξεχωριστή. Απλοί άνθρωποι που περπατάνε δίπλα σου σκεπτόμενοι κι εσύ προσπαθείς να μαντέψεις τι τρέχει στο μυαλό τους. Άραγε τους περιμένει κάποιος σπίτι, έχουν δουλειά, είναι ευτυχισμένοι, σκέφτονται λογαριασμούς, τη γκόμενα που τους παράτησε ή απλά είναι τόσο βαριεστημένοι που δεν παρατηρούν καν γύρω τους;

Παιδιά στα φανάρια που ποτέ δεν είχες προσέξει το βλέμμα τους. Που ποτέ δεν είχες σταματήσει να ρωτήσεις αν θέλουν κάτι. Πέρα από λεφτά, αν χρειάζονται κάτι, αν πεινάνε, αν διψάνε, κάτι, οτιδήποτε. Δεν είμαι τόσο ρομαντική, δεν είμαι τόσο πεζή, αλλά αν τους δώσεις ένα χυμό θα χαμογελάσουν, θα σ’ ευχαριστήσουν και θα τον πιούν γρήγορα μπροστά σου. Δεν έχω δει ποτέ ξανά παιδί να ρουφάει χυμό με τόση λαχτάρα…

Μετανάστες που περπατάνε φοβισμένοι, ξένοι, χαμένοι μέσα στο πλήθος να κοιτούν τριγύρω τους. Να ψάχνουν κάτι. Να νιώθουν διαφορετικοί και να τους βλέπουμε σαν να είναι διαφορετικοί. Λες και το χρώμα του δέρματός τους τους κάνει χειρότερους, κατώτερους. Λες και τα σπαστά ελληνικά τους είναι λόγος να τους αποφεύγουμε. Μόνο αυτούς όμως. Μόνο αυτούς που ακόμα παλεύουν. Το γείτονά μας που είναι από το ίδιο μέρος μ’αυτούς αλλά τυγχάνει διπλωμάτης τον ανεχόμαστε. Αφήνουμε το παιδί του να παίζει με το δικό μας και του ανοίγουμε το σπίτι μας. Του κάνουμε το τραπέζι και του σερβίρουμε στα «καλά» πιάτα, στα «καλά» ποτήρια. Βγάζουμε άμα λάχει και τα καλύμματα από τους καναπέδες.

Ηλικιωμένοι άνθρωποι που ψάχνουν την παλιά Αθήνα. Γιαγιάδες με πολύχρωμα φουλάρια και μακριές φούστες να περπατάνε με μικροσκοπικά βηματάκια στους ίδιους δρόμους που σουλατσάριζαν στα νιάτα τους. Και τώρα γυρνάνε κεφάλια, και τότε γυρνάγανε κεφάλια. Μόνο που τότε ήταν για άλλους λόγους. Τότε περνούσανε μπροστά από τα καφενεία και γινόταν σαματάς. Οι «ωραίες» της εποχής, που έτριζαν τα πατώματα στο διάβα τους, τώρα κουτσαίνουν, τώρα πάνε σιγά-σιγά με το μπαστούνι τους. Κι αν τύχει να σκοντάψουν, αν τύχει και παραπατήσουν και πέσουν, κανείς δεν κουνιέται. Κανείς δεν πάει να βοηθήσει. Δυο-Τρεις πιτσιρικάδες στη γωνία γελάνε, μια παρέα με νεαρά κοριτσάκια τη δείχνουν χαχανίζοντας και προσπερνάνε.
Ένας χτυπημένος σκύλος παραδίπλα. Τα ίδια κορίτσια έτρεξαν να τον βοηθήσουν.
Σκύλος-Γιαγιά: 1-0
Και δεν ειρωνεύομαι. Λυπάμαι. Τόσο σέβεται η νέα γενιά τους μεγαλύτερους. Τόση σημασία δίνουμε όλοι στους ανθρώπους γύρω μας. Μόνο που κι εμείς στο ίδιο πλήθος ανήκουμε.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

Το τέλος πάντα ίδιο

Οι νύχτες σου είναι αυτές που με καίνε, οι νύχτες σου είναι αυτές που με πονάνε.
Οι δισταγμοί σου είναι που με τρελαίνουνε, οι σκέψεις σου που χάνονται.
Ένας λαβύρινθος οι πράξεις σου, γεμάτες ασυνέχεια οι κινήσεις σου.
Να λες μια λέξη εσύ κι εγώ να ψάχνω το από πίσω. Το πιο βαθύ.
Να ψάχνω ένα κάποιο νόημα, κάτι κρυφό που θα μπορούσες να εννοείς.
Οι άνθρωποι μάτια μου δεν έχουν γεννηθεί για να βασανίζονται. Κι αν υπάρχει κάτι απλό στη ζωή μας είναι οι σχέσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις.
Γιατί να ακολουθώ το κουβάρι, γιατί να ψάχνω τα στενά σου, γιατί να αναρωτιέμαι τι να θες;
Μιλούσα για αντοχές, μιλούσα για παλιές στιγμές.
Κρυφογέλαγα. Χάζευα τα τοπία που περνούσαν και ταξίδευα.
Έσκαγε ο ήλιος και με τύφλωνε, κι εγώ χαμογελούσα.
Μπορεί σαν άνθρωπος να είμαι πλεονέκτης τελικά, για αυτό να μη χαμογελάω ακόμα.
Τυποποιημένη, σκληρή και άνετη. Όπως μ’ αυτούς που τρύπωναν στη ζωή μου.
Έτσι φέρθηκα και με σένα. Χωρίς τα βλέμματα τα πρώτα, τις περιπαιχτικές ματιές, τα πρώτα φοβισμένα φιλιά. Περιφρονούσα ανατολές και ηλιοβασιλέματα.
Και κάθε φορά απ΄ την αρχή ο δισταγμός.
Και κάθε φορά απ’ την αρχή το μάγκωμα.
Το τέλος πάντα ίδιο. Φιλιά δίχως αγκαλιά.