Τρίτη, Αυγούστου 31, 2010

Εθισμός

Ανοιχτά παράθυρα, γαλάζιος ουρανός, το κύμα να σκάει αμέριμνο.
Δεν ήξερε τίποτα. Ή έκανε πως δεν ήξερε. Ξέρει να προσποιείται καλά.
Κι αυτός και το κύμα. Ακολουθούσε τις εκφράσεις του, βάδιζε με την όρεξή του, πήγαινε με τα νερά του.

Καίει το τσιγάρο, μεγαλώνει η κάφτρα, ώρα να το τινάξω.
Κι αυτό και την σκέψη μου. Τίναγμα και άλλη μια ρουφηξιά, άλλη μια εισπνοή, κι άλλος καπνός να βγαίνει και να παίζει.
Κι αυτός ίδιος με το τσιγάρο. Όσο κι αν τον τινάζω καίει ακόμα.
Κι όσο τραβάω, όσο παίρνω ανάσες από αυτόν, απ’ την παρέα του, από το φιλί του, από τις ματιές του, από τα χαμόγελα, τόσο παίζει, τόσο φεύγει, τόσο ακολουθάει τον άνεμο. Και μάλλον έχει αρχίσει να φυσάει πολύ γιατί δεν προλαβαίνω καν να τον δω να φεύγει, να χάνεται.

Λίγες ρουφηξιές μείνανε ακόμα από το τσιγάρο μέχρι να τελειώσει, μέχρι να καώ από την κάφτρα του.
Και όταν σβήσει, θα μείνει ο εθισμός.

Κυριακή, Αυγούστου 22, 2010

Αλλαγή πορείας

Άρχισα πάλι το περπάτημα. Δεν τρέχω. Χαζεύω.
Με βλέπεις; Με καταλαβαίνεις; Αμφιβάλλω.
Πλέον Αμφιβάλλω για πολλά. Πλέον δε θα σου δώσω σημασία.
Πλέον θα περιμένω.
Είπαμε, εξασκημένη στην υπομονή, εξασκημένη στους τοίχους.
Χρειάζονται και τα δύο αυτή τη φορά. Σταματάς να ενδιαφέρεσαι, σταματάω να νοιάζομαι.
Πάνω που φεύγω από κάτι, με τραβάς εσύ. Δεν θα στην κάνω τη χάρη, δεν μου την κάνεις ούτε εσύ.
Δεν θέλω άλλες συμβουλές από φίλους, δεν θέλω άλλες κουβέντες από φίλους.
Τώρα που άρχισα να νιώθω πάλι τα άκρα μου θα αρχίσω και να τα χρησιμοποιώ.
Για να περπατάω, για να αγγίζω, να παρατηρώ.
Δεν θα σαι πια στο πλάνο μου μωρό μου.
Δεν θα στριμώξω άλλο εδώ μέσα.
Δεν βλέπεις, δεν με ξέρεις, κι όμως υποθέτεις.
Πόσα βάζεις με το μυαλό σου, πόσο μακριά ταξιδεύει ο νους σου.
Κι έτσι μου ξυπνάς τους Γιάννηδες.
Για άλλη μια φορά τους απρόσωπους, τους ξένους, τους κενούς.
Αυτούς που ό,τι και να βλέπουν δεν με νοιάζει.

Παρασκευή, Αυγούστου 20, 2010

Λονδίνο, 6 Μαΐου 1981.

Το κείμενο αυτό είναι από το 4ο τεύχος του περιοδικού Οδός Πανός.Τακτοποιώντας πράγματα, κεράκια κι ένα σωρό μπιχλιμπίδια, μέσα σε μια κούτα με βιβλία, ήταν κι αυτό το τεύχος στον πάτο, καταχωνιασμένο. Σε μια εποχή που μας έχει φιμώσει, σε μια χώρα που μας έχει κόψει τα φτερά, με πολιτικούς που μας παραμυθιάζουν, αρχηγούς που διατάζουν, αφεντικά που απολύουν και δουλειές που χάνονται, σ'αυτόν τον τρόμο ωθούνται οι νέοι. Κι ας μην είμαστε στο 1981, κι ας μην είμαστε στο Λονδίνο. Ποιές επαναστάσεις, ποιές πορείες, ποιός ξεσηκωμός. Αλί στη νέα μας γενιά, αλί και στην παλιά.




Κείμενο γραμμένο από τον Χρήστο Γιωτόπουλο.

" Δύο άνεργοι νέοι προτίμησαν να αυτοκτονήσουν, παρά να σταθούν στην ουρά του ταμείου επιδομάτων. Ο Σην Γκράντ, ετών 18 και ο Ράφφυ Ράθμπον, 19,βρέθηκαν νεκροί σε κλεμμένο αυτοκίνητο. Είχαν διοχετεύσει καυσαέρια από την εξάτμιση στο αυτοκίνητο μέσα, με ένα πλαστικό σωλήνα. Ο θάνατός τους επήλθε εντός 15'. Η μητέρα του Ράφφυ βρήκε το τελευταίο γράμμα τους. Σ' αυτό διάβασε:"Τί απομένει να κάνουμε πια, αφού δεν υπάρχει δουλειά για κανέναν; Τα παιδιά γυρίζουν σε γωνιές και στενά, κι οι αστυνόμοι τους περνούν για ύποπτους και τους κυνηγούν Σε λίγο, όπως βαδίζει η χώρα, κανείς δεν θα βρίσκει δουλεια. Για αυτό οι νέοι στρέφονται στη βία. Τί απόμεινε πια; Δεν έχουμε πολλή ώρα. Σε λίγο πεθαίνουμε. Αλλά ό,τι και να μας συμβεί, δεν πειράζει."




Για αυτό οι νέοι στρέφονται στη βία. Γιατί όσο και να πιστεύεις, σε ό,τι και να πιστεύεις, δεν μπορείς μια ζωή να γυρνάς και τ' άλλο μάγουλο. Είναι ήδη κόκκινα και τα δύο.

Σταμάτα να πιστεύεις πως είναι απ' τον ήλιο.

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

Ωραία ονόματα. "Φροντίδα", "Αγάπη" ...

Έχω περπατήσει αμέτρητες φορές στην Κηφισίας, έχω περάσει αμέτρητες φορές απ’ το γηροκομείο που στεγάζει τόσους ηλικιωμένους ανθρώπους. Κι όμως, ελάχιστες φορές έστριψα το κεφάλι μου, ελάχιστες φορές αφιέρωσα έστω και μερικά δευτερόλεπτα για να κοιτάξω τη βαριά σιδερένια πόρτα. Κι είναι από τα μεγαλύτερα γηροκομεία στην Αθήνα, από τα πιο επιβλητικά. Καμία σημασία. Πλευρά της ζωής μου που έχω αρνηθεί. Μέρη που έχω θάψει. Στην οικογένεια μου υπάρχει μια κατάρα. Ή που θα φύγεις κάπου στην ηλικία των 20, ή που θα πατήσεις τα 90 και θα καταλήξεις σε κάποιο γηροκομείο. Είτε επειδή τα παιδιά σου σε στέιλανε είτε επειδή το ήθελες εσύ. Τρανό παράδειγμα η προγιαγιά μου. Όσο μποι της έλειπε, (είχε μαζέψει στα 90) όση δύναμη της έλειπε, τόσο πιο πολύ φώναζε για να τη στείλει ο παππούς μου σε κάποιο από αυτά τα ιδρύματα.
Χτυπιότανε μέσα σε ταξί τα ξημερώματα και απειλούσε πως αν δεν την βάζαμε σε γηροκομείο θα πήγαινε σε μοναστήρι. Νομίζω πως αυτή ήταν η χαριστική βολή για το σοι μου. Να δει τη γιαγιά καλόγρια. Κι έτσι την πήγαμε. Κι εκεί ήταν η πρώτη μου επαφή με αυτού του είδους τα ιδρύματα. Μέρη άσχημα, ψυχρά, λευκά, μοναχικά. Με φυτεμένα δεντράκια και γλαστρούλες να δίνουν μια υποτιθέμενη ζωντάνια στον λευκό τάφο. Σιχάθηκα τη ζωή μου. Η γιαγιά μου χαιρόταν. Μίσησα τον κόσμο που βάζει τους πατεράδες-μαμάδες κτλ εκεί μέσα και δεν πάει ποτέ να τους επισκεφτεί. Όλοι στις μέρες μας μιλάνε για την οικονομια, για την πολιτική, για τα ναρκωτικά, για τους ανήλικους που καπνίζουν, για τις μάστιγες της εποχής. Κανείς για αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς για αυτό το θέμα που είναι μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες αυτή τη στιγμή. Άνθρωποι που έχουν ζήσει χρόνια, άνθρωποι που μας έχουν μεγαλώσει, που έχουν παλέψει, έχουν μοχθήσει, έχουν πονέσει, στοιβάζονται σε σπίτια, πολυκατοικίες, ιδρύματα, περιμένοντας κάποιον να τους επισκεφτεί. Κάποιον να τους μιλήσει. Κάποιον να τους δώσει λίγη αγάπη, λίγη σημασία. Έστω για πέντε λεπτά, έστω για μια φορά.
Κι έρχονται τα Χριστούγεννα, έρχονται οι γιορτές και μας κατακλύζουν με διαφημίσεις με γιαγιάδες που στέκονται πάνω από τηλέφωνα βουβά. Που περιμένουν με τη μαύρη ρόμπα τους και το άσπρο μαλλί, καθισμένες στην κουνιστή τους πολυθρόνα, ένα χτύπο, έναν άνθρωπο. Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα, αυτή είναι η αγάπη μας, μέχρι εκεί φτάνει ο ελεύθερος μας χρόνος. Κι έπειτα έρχεται και το καλοκαίρι. Αλλά πού καιρός για αυτούς τους ανθρώπους; Τώρα έχουμε τις θάλασσες και τα γαλάζια τους νερά. Έχουμε το γκόμενο, τα παιδιά, τα σκυλιά, τους φίλους. Δεν προλαβαίνουμε να τους δούμε. Από Σεπτέμβρη. Θα πάρουμε ένα κουτί πτι-μπερ, μια κολόνια λεβάντα και θα πάμε να πιούμε έναν καφέ. Τόσα χρειάζονται. Τόσα τους είναι αρκετά. Δε βαριέσαι… Γιατί να κουραστώ παραπάνω;