Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Χρώματα στο προσκήνιο

Έλα τώρα που δεν ξέρεις. Έλα που δεν κατάλαβες…
Παιδάκι να ‘σουνα πεντάχρονο θα το χες πιάσει μάτια μου.
Πάλι απ’ την αρχή τα κίτρινα. Κίτρινα και τώρα δεν συμμαζεύονται.
Βγήκανε ξανά σουλάτσα και δεν μαντρώνονται εύκολα. Μουδιάσανε τάχα μου τόσο καιρό.
Λες και δεν κόβαν βόλτες κατά καιρούς, λες κι είχανε κρυφτεί.
Κρύβεται μάτια μου το κίτρινο; Εκεί και κυνηγάει. Εκεί και στοιχειώνει.
Δίπλα περιμένει το πρώτο σου ολίσθημα.
Το πρώτο πισωγύρισμα, την πρώτη ελεύθερη γουλιά.
Ελεύθερη όμως. Ελεύθερη και υποβοηθούμενη, να μην ξεχνιόμαστε.
Χλαπαταγή ολάκερη το κίτρινο. Και τώρα τσιμουδιά.
Γιατί μετά την ανακατωσούρα, η σιωπή είναι απαραίτητο επακόλουθο.
Έτσι για να μην έρθει η εξιλέωση ούτε τώρα. Για να κρατήσουμε τα ήθη και τα έθιμα, να συνεχίσουμε την παράδοση την τραγελαφική.
Λες και δεν είχαμε αρκετές σκοτούρες στο κεφάλι μας, λες και δεν είχαμε αρκετά να θυμόμαστε.
Θαρρείς πως ξεθωριάζουνε τα χρώματα μονάχα τους στο χρόνο;
Αν είναι ασφαλισμένα τίποτα δεν παθαίνουν μάτια μου.
Χαλάλι στη φροντίδα, χαλάλι στις κρυψώνες.
Χρώματα λοιπόν στο προσκήνιο, χρώματα απ' το παρασκήνιο...

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

5 χρόνια πριν φύγει.

Αποζητάς στιγμές ευτυχίας, χαράς, αγάπης. Απλώνεις τα χέρια σου, σε διώχνουν. Παρακαλάς, ικετεύεις, τίποτα.
Απελπισμένος δέχεσαι τη μόνη σωτηρία, ηρωίνη.
Λέξη που στην αρχή σε τρομάζει, σου δημιουργεί αποστροφή, αλλά μετά σου δείχνει κάτι που ζητούσες χρόνια τώρα απ’τους ανθρώπους.
Όλοι σε έδιωξαν, σου έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα και εσύ απελπισμένος δέχεσαι ως σανίδα σωτηρίας την καταστροφή σου.
Προτίμησες λίγες στιγμές ευτυχίας και μετά το θάνατο.
Μετά απ’όλα αυτά ήρθε η στιγμή να εμφανιστείς στο προσκηνιο.
Εσύ που σκεπάζεις με το μαύρο πέπλο σου τα μάτια του δυστυχισμένου παιδιού ενώ οι τελευταίες του λέξεις είναι « Με καταστρέψατε. Σας ευχαριστώ» Και τώρα πια είναι δικός σου. Σου ανήκει.
Κι εσύ που θα μείνεις πίσω, εσύ που ελπίζω να μην με ακολουθήσεις, κι αν θελήσεις να τραγουδήσεις, κι αν πάρεις τις φωνές των πουλιών δεν θα μπορέσεις. Οι καρδιές γεμάτες θλίψη από το θάνατο της μεγάλης αδερφής. Κι αν θελήσεις να φωνάξεις πως είναι άδικος ο κατατρεγμός δεν θα μπορέσεις. Μόνοι μας στο δρόμο που μπήκαμε προχωρήσαμε.
Περίμενε όμως, να λιγοστέψει η θλίψη, να ξυπνήσει η νύχτα, να φύγει η μπόρα.
Κι ύστερα, αν δεν φυσήξει άνεμος αισιοδοξίας γύρεψε το πιο κοντινό απάνεμο λιμάνι.
Πάντα θα με βρίσκεις, πάντα θα σ’ακούω. Φύγε όσο προλαβαίνεις.
Για μένα είναι ήδη αργά.

1983

Μας ξέχασε ο κόσμος. Γιατί;
Δημοκρατία λέγεται η αναισθησία.
Γιατί; Ποιος ξέρει;
Υπήρχε αγάπη και χάθηκε, ξεχάσανε τι θα πει άνθρωπος.
Κι αν δεν ξεχάσανε, ξεχάσαμε να τον θυμηθούμε. Περνάμε όλοι με ένα γειά.
Γειά ο ένας, γειά ο άλλος, γειά κι εγώ. Πόσο εύκολα γελάνε; Πόσο εύκολα γελάμε;
Ένας μόνος ολομόναχος στο παγερό αγέρι. Το ένα πόδι κουτσαίνει.
Το ένα χέρι κομμένο από κάποια μηχανή σε κάποιο εργοστάσιο δίνει μια κάποια γελοία εντύπωση στο κινούμενο μανίκι. Ένας κάποιος άνθρωπος.
Γελάει, τι παράξενο.
Τα σάπια δόντια αραιά, τι παράξενο.
Η ελπίδα ξεχειλίζει από την ασχήμια κι αυτός γελάει. Τι παράξενο.
Κρατάει στο χέρι του, σε κείνο το γερό τον κόσμο ολάκερο.
Μια χούφτα είναι ο κόσμος, μια χούφτα δύναμη που θ’αλλάξει.
Θα τον ισιώσει τον δρόμο μας για να πηγαινοέρχονται όλοι οι άνθρωποι ελεύθεροι.

Χειρόγραφα μιας ψυχής. Χειρόγραφα μιας άλλης εποχής.

Η εικόνα αλλάζει. Το τοπίο γίνεται πιο αυστηρό και σοβαρότερο.
Μνημεία κατοικίας ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης γενιάς.
Πέτρινα χαλάσματα εγκαταλελειμμένα από το χρόνο, γκρεμισμένα απ’τα όνειρα.
Προκαλούν μυστήριο που φαντάζει σαν ένα ασπρόμαυρο δώρο ανάμεσα σε μια πολύχρωμη ατμόσφαιρα από ένα κουτί. Θες να το δεις από κοντά χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις, μα κάποια αίσθηση της ψυχής σου αντιστέκεται.

Δεν θέλω τίποτα από σένα. Από μένα ίσως.
Θα πάω στο καλό. Πρέπει να απαιτώ πιο πολλά.

Τα πέταλα φτερούγισαν σε κάποιον άλλο.

(Ετών 17.
Μετά την πήρε ο ύπνος.)