Τετάρτη, Αυγούστου 08, 2007

Χαμόγελο με δάκρυ

Πέρασαν οι μέρες τόσο περίεργα...
Κάποιες βασανιστικά αργά, κάποιες ενοχλητικά γρήγορα.
Και τώρα; Σηκώνεσαι και μαζεύεις τα κομμάτια σου.
Όσα έχουν απομείνει να θυμάσαι, διώχνεις τα πιό άσχημα και προχωράς.
Αυτό να κάνεις, μ'ακούς;
Αντί να κοιτάς εσύ καθώς ξεμακραίνει, άσε άλλους πίσω σου να κοιτούν εσένα.

Ένα πλάκωμα, μια αγκαλιά, το τελευταίο χάδι...
Γυρνάς το κεφάλι σου κι απομακρύνεσαι.
Φεύγεις χαμογελώντας, αποχαιρετάς γλυκά, καληνυχτίζεις και κοντοστέκεσαι...
Κοιτάζεστε για λίγο, ένα τελευταίο φιλί και μέχρι εκεί.
Δεν υπάρχει τελευταία κουβέντα.Δε σου βγαίνει... Όσο κι αν θες να πεις κάτι δεν μπορείς.
Δεν το δείχνεις όμως. Αξιοπρέπεια, υπερηφάνια, άνεση...
Αυτή την άνεση που χρόνια προσπαθείς να δείχνεις.
Τί σου τα λέω μάτια μου; Τα ξέρεις... Τον ξέρεις τον εαυτό σου.
Και πάλι το μετά... Όσο ήταν εκεί είχες το κεφάλι ψηλά.
Και μόλις έφυγε δεν ήξερες που να κρυφτείς.
Να μη σε δουν να κλαις.Να μη σε δουν να βουρκώνεις, να μη σε δει κανείς να λιώνεις.
Κομμάτια για άλλη μια φορά στη ζωή σου.Συντρίμμια μωρό μου.Κι είμαι μακρια να σ'αγκαλιάσω, κι είμαι μακριά να σε παρηγορήσω.
Κι είχε ξεκινήσει τόσο απλά, τόσο αθώα, τόσο ύπουλα.Για ένα πείσμα. Από ένα πείσμα.
Ή έτσι έλεγες; Μήπως δεν ήταν πείσμα; Μήπως είναι από αυτά που δε μοιράζεσαι; Από αυτά που φοβάσαι;
Εγώ θα την πω τη λέξη και μη με βρίσεις...
Έρωτας μωρό μου...
Έρωτας μάτια μου και τρέχα όσο θες...

Πέμπτη, Αυγούστου 02, 2007

Κι ο κύκλος ξαναρχίζει...

Κι έτσι για άλλη μια φορά, χωρίς να το πολυκαταλάβω, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Ποτε δεν χρειάζονται σκέψη αυτά, ποτέ δεν χρειάζονται και πίεση.
Ξέρεις, ξέρω, και τα λοιπά...
Κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται από το τηλέφωνο , κάποια από κοντά.
Κάποια από την αρχή κάποια μετά.
Κάθε πράμα στον καιρό του που λέει κι ο λαός.
Κι απο κει που ήσουν αλλιώς, που σε ήξερα αλλιώς, που γίναμε μαζί αλλιώς...
Μέσα απο τα χρόνια, μέσα απο τις εμπειρίες, τις κουβέντες και τις συζητήσεις.
Με καφέ, τσιγάρα, ποτά, κρασάκι στη θάλασσα, στο σπίτι σου, στο σπίτι μου...
Σε μπαράκια στην Αθήνα, σε μπαράκια σ'άλλα μέρη.Εντός συνόρων , εκτός συνόρων.
Έλεγες πως με ξέρεις όσο ξέρεις και τον εαυτό σου. Έλεγες πως ξέρεις αυτά που σκέφτομαι γιατί σκέφτεσαι τα ίδια.
Κι έλεγα ακριβώς τα ίδια.Ίδια λόγια και οι δυό μας.
Κι όμως...
Άλλαξα και δεν το είδες, στο έλεγα και δεν με πίστευες.
Ξαναγύρισα.Κάπου στη μέση, κάπου λίγο πιο μετά.
Επέστρεψα ίδια κι απαράλλαχτη.Σ'αυτό που ήξερες, σ'αυτό που γνώριζες.
Στο είπα, το κατάλαβες.
Τώρα αλλάζεις εσύ.
Πάλι στο λέω και πάλι δεν με πιστεύεις.
Μάτια μου έτσι είναι αυτά... Δεν είναι κακό.
Ίσως λίγο τρομαχτικό.
Λίγο τρομαχτικό που σ'άφησα, λίγο τρομαχτικό που σε έπιασε άλλος.
Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε μάτια μου;
Ό,τι κάναμε πάντα...
Τις βαλίτσες μας, τα μαντήλια μας και τις αέρινες φούστες μας.
Να φύγουμε πάλι με τον άνεμο.Αυτό τον άνεμο που μας φλερτάρει...
Που ανεμίζει τα μαλλιά μας και με θράσος μας σηκώνει τις φούστες.
Να μας δροσίζει στα ακρογιάλια με τη γνωστή μας συντροφιά...
Τη θάλασσα, ένα ποτό, πολλά τσιγάρα και τη γνώριμη ζεστασιά της αγκαλιάς σου.
Ιστορίες κι αναμνήσεις με θέα τα αστέρια.
Ξαπλωμένες ανάσκελα, να καταριόμαστε τα κουνούπια κι όποιον μας έχει πειράξει.
Με μια τράπουλα για διάλειμμα, με βλέμματα και γέλια που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε...
Ξέρεις που θέλω να με πας;
Σε εκείνο το ράτζο, εκεί που ξαπλώναμε μετά τα ξενύχτια, μετά τα μεθύσια.
Εκεί που έτοιμες για ύπνο, κομμάτια, ζαλισμένες, πιάναμε την κουβέντα μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Κι έβγαινε ο ήλιος, σηκωνόμουν να κλείσω τα παντζούρια και συνεχίζαμε.
Μας χτύπαγαν την πόρτα για πρωινό, σηκωνόμασταν, γυρνάγαμε και συνεχίζαμε την κουβέντα.Ξανάνοιγα τα παντζούρια το σούρωπο και τότε μας έπαιρνε ο ύπνος.
Κι ό,τι κι αν κάναμε όλη τη μέρα, όπου κι αν πηγαίναμε, όση φασαρία κι αν κάναμε, αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή.
Η ώρα της ανάλυσης, η ώρα της απολογίας, η ώρα του απολογισμού...
Τη βαλίτσα σου λοιπόν, και μην ξεχάσεις τις φούστες! Να μας ερωτευτεί ξανά ο άνεμος, να τον κοιτάμε και να του χαμογελάμε.Όπως πάντα.Ειρωνικά...