Τρίτη, Μαρτίου 14, 2017

blast from the past 1

Απειλητικοί σταλακτίτες πάνω από τα κεφάλια μας σε χιονισμένους δρόμους που γλιστρούν. Οι μπότες δεν βοηθούν αυτή τη φορά ούτε στο τρέξιμο μα ούτε καν στο περπάτημα.
Πανέμορφο Βελιγράδι, λίγο λιγότερο να ήταν το κρύο, λίγο περισσότερο να μπορούσα να σε απολαύσω...
Παρόμοιος κόσμος τριγύρω, επιβλητικά κτήρια δίπλα μου, απέραντοι δρόμοι που ακόμα δεν έχω μπορέσει να μάθω. Νιώθω να μπερδεύομαι στα στενά της πόλης, να χάνω τον προσανατολισμό μου, νιώθω πως κάτι έχω πίσω μου αφήσει.
Έχει περάσει αρκετός καιρός θαρρώ από την τελευταία φορά που νοιάστηκα για κάποιον που «αφήνω» πίσω. Εισαγωγικά στο αφήνω και θα επιμείνω.
Περιμένει. Νομίζω πως περιμένει.
Πιστεύω πως θα είναι εκεί και μετά το δεκαήμερο της απουσίας μου.
Ακούω τη φωνή στο τηλέφωνο μα δεν μου φτάνει ομολογώ. Ορίστε, ομολογώ.
Παραδέχομαι.

Συνεχίζω να περπατώ στους ξένους αυτούς δρόμους, μαζί με τις σκέψεις μου, μαζί με τον φίλο που με ξεναγεί, μαζί με το μυαλό μου που τρέχει. Καλή παρέα, η ιδανικότερη, και για για το μέρος, και για τις μέρες, και για εμένα. Έλειπε καιρό από τη χώρα, πέρασαν μέρες χωρίς να τα πούμε από κοντά, και τώρα εδώ, στα απομεινάρια βομβαρδισμένων κτηρίων, μου διηγείται ιστορίες.
Μια ανατριχιαστική εικόνα μπροστά μου με ερείπια που ανασκαλίζουν το παρελθόν, με συντρίμμια που φέρνουν θύμισες. Ψυχές που χάθηκαν απ’ τους βομβαρδισμούς και τώρα έχουν μείνει τα μισογκρεμισμένα δείγματα. Μπορείς ακόμα να δεις ντουλάπια, συρτάρια, γραφεία… Μέρη που κάποτε έσφυζαν από ζωή, γέλια, φωνές.
Μια μέρα ακόμη έμεινε μέχρι να φύγω.
Μετά τρένο, μετά Βουδαπέστη για λίγο, μετά Βιέννη.
Μετά πίσω στα γνώριμα.
Στους γνώριμους δρόμους, στα γνώριμα πρόσωπα, στις γνώριμες αγκαλιές που τόσο έχω κακολογήσει.

Εφιάλτες - blast from the past 2

Ο χειρότερος εχθρός μου μάτια μου ο εαυτός μου και η απουσία του. Οι αϋπνίες που ξαναγυρνάνε, το στυλό που τρεμοπαίζει ανάμεσα στα δάχτυλα νευρικά και ανυπόμονα. Κι εκείνη η ματιά, πληγωμένη και γνώριμη να φέρνει βόλτες στο νου. Τρυπάει τα μηνίγγια, σαρώνει κάθε σκέψη, κάθε ίχνος προσπάθειας για αποσιώπηση. Πώς να τη διώξεις μάτια μου που τριβελίζει το μυαλό.
Κι αυτό εθισμός είναι και μάλιστα ασύγκριτος. Σαν όλους τους άλλους, σαν αυτούς που έχουν οι φίλοι, σαν όλους εκείνους που ψάχνουν θύματα νέα, θύματα όμορφα. Να τα ξεκάνουν, να τα ροκανίσουν, να απομυζήσουν και την τελευταία ρανίδα ευτυχίας. Να ξεκάνουν καθετί άσπιλο, καθετί ονειρεμένο. Αφήνουν πίσω τους πρόσωπα αγριεμένα κι αδυνατισμένα με ρουφηγμένα μάγουλα μα το χειρότερο απ’ όλα, με ρουφηγμένες ελπίδες.
Πάρε το χρόνο σου μάτια μου και κοίτα τα καλά. Θα δεις ακόμα στα οστεωμένα ετούτα χαρακτηριστικά μια λάμψη που τα κάνει ανώτερα από κείνα που ‘χουν οι σημερινοί ελεύθεροι αλήτες.

Κι εσύ παράμερα. Φοβάσαι να σταθείς.

Στους τύπους σου κι εσύ καταναλώνεσαι, περιδιαβαίνεις και φωνάζεις.
Δυνατές φωνές, κραυγές που μοιάζουν αστείες.
Σαν να μην ήξερες που ζεις, σαν να μη γνώριζες όσους σε βασανίζουν.
Νιώθεις τα πόδια σου βαριά, να σέρνουν μέταλλα, να σέρνουν αλυσίδες.
Κι οι μπότες μένουν καρφωμένες σε ένα σημείο της πλατείας.
Αυτό που σε πληγώνει είν’ τα τακούνια σου που δεν μπορείς να ακούσεις κι όχι ο ήχος του μυαλού του σαπισμένου. Όχι οι φωνές που απέβαλες από τη σκέψη και τα αυτιά σου, όχι ο πόνος που έδιωχνες μόλις σου έφτανε κοντά.
Μείνε μονάχη τώρα ψάχνοντας τα κάγκελα για να σωθείς.

Μιας κι έμαθες σε φυλακές να χαίρεσαι κι ακούνητη να μένεις, μιας και ποτέ δεν ένιωσες να κλείνουν τοίχοι γύρω σου κι ανέμελα συνέχιζες να ζεις,
στάσου μονάχη να ελπίζεις σε ενός κελιού ελευθερία σε μια παγίδα ακόμα να σε σώσει.

Μην μου χτυπάς ξανά την πόρτα - blast from the past 3

Όσο χέρια κι αν απλωθούν, αν δεν τραβήξουν δυνατά δεν βγαίνεις απ’ την άμμο που ρουφάει. Όσοι κι αν έρθουν δίπλα σου να σε κρατήσουν δεν μπορούν αν δε θελήσεις από μόνη σου να τους αφήσεις. Δεν θες κανέναν δίπλα σου μάτια μου. Δεν θέλεις ψίθυρους, δεν θέλεις λόγια, δεν θες ματιές παρηγοριάς.
Κι ύστερα αυτός, κι ύστερα το τηλέφωνο.
Με ρωτάς τι κράτησα, τι έχω, τι θυμάμαι και τι μου λείπει από σένα.
Μου λες πως τα ‘κανα όλα τόσο απότομα που σάστισες.
Μου λες πως έφυγα τη νύχτα σαν κυνηγημένη, μου λες πως δεν γύρισα ποτέ μου να σκεφτώ τι αφήνω πίσω μου, τι καταστρέφω, ποιους βγάζω απ’ τη ζωή μου. Αυτό είναι και το λάθος σου μάτια μου.
Ποτέ δεν θέλησα να τα μετρήσω, ποτέ να τα ζυγίσω, ποτέ να τα τακτοποιήσω, ποτέ να βάλω αριθμούς. Και τώρα έρχεσαι ξανά, σαν φάντασμα από το πουθενά να με στοιχειώσεις, να ανασκαλίσεις τη ζωή μου, να ψάξεις λογική στις πράξεις και στα θέλω μου. Τι θυμάμαι;…
Θυμάμαι τα πρωινά που ξύπναγα και έβρισκα καφέ ακουμπισμένο στο τραπέζι κι ένα τσιγάρο έτοιμο στριμμένο. Την γκρίνια όταν έβλεπες την οδοντόκρεμα ανοιχτή και το νερό να τρέχει στο μισο- πλημμυρισμένο πλέον μπάνιο. Τα ρούχα που έψαχνες να βρεις και σου λεγα ότι είναι απλωμένα.
–Αφού δεν έβαλες πλυντήριο, από πότε;
-Από παρα-προχτές!...
Και γέλαγες, και μου λεγες «θα στρώσεις».
Κι άλλο λάθος μωρό μου. Στρώνουνε έτσι εύκολα οι άνθρωποι; Αλλάζουν έτσι εύκολα οι χαρακτήρες; Ποτέ δεν μ’ ένοιαξε μωρό μου η μπουγάδα, ποτέ δεν μ’ άρεσαν τα εύκολα, τα καθημερινά.
Μη με ρωτάς ξανά λοιπόν τι έφταιξε, τα χνώτα μας δεν ταίριαξαν, τα θέλω μας σε κόντρα, αντίθετα τα όνειρά μας.
Κι όλο το φταίξιμο δικό μου, τίποτα δεν σε χρέωσα, ποτέ δεν θα το κάνω. Απ’ την αρχή το ήξερα, κι όσα συγγνώμη να σου πω δεν θα ‘ναι αρκετά. Σάμπως υπήρχε πιθανότητα να γίνω αυτό που ήθελες ποτέ, σάμπως θα ήταν δυνατόν να αρκεστώ σ’ αυτά ποτέ. Αλλά με ήξερες κι εσύ. Και τον εγωισμό μου, και την αχαριστία μου και την αγάπη μου για το καινούργιο.
Απ’ την αρχή την είδες την αδιαφορία μου, απ’ την αρχή είδες το χαρακτήρα μου.
Κι έμεινες. Κι έφυγα.
Και θα ξανάμενες. Και θα ξανάφευγα.
Μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου όσο αγαπάς τους γύρω σου.