Δευτέρα, Μαρτίου 11, 2013

Κυριακή

Κι εσύ που είχες πει πως θα 'σαι πάντα εδώ.
Κι εσύ που πάντα γέλαγες κι έτρεχες παντού.
Κι εγώ αλφάβητω να συναρμολογώ, τη λύπη σ' επικήδειο να μετατρέψω.
Θα βάλω τα καλά μου μάτια μου και δείπνο θα μας φτιάξω. Ποτέ πιά ατημέλητη στο τραπέζι μαζί σου. Ποτέ πια με φόρμες και φούτερ, ποτέ σαν να ΄ναι ένα απ' τα βράδια τα συνηθισμένα.
Να αστράφτεις χαρά μου και να γελάς.
Όλες μου τις ντουλάπες κουβάρι θα στις κάνω για να 'χεις δουλειά. Αυτό που πάντα με τόση αγάπη και τόσο μεράκι γύρευες να σιγυρνάς. Ώρες να διπλώνεις, ώρες να τακτοποιείς.
Μετά καφέ. Εγώ θα στον φτιάξω. Όπως τον θες. Λίγο νερό ζεστό στο ποτήρι κι ο καφές μέσα να πέφτει. Όχι, όχι, το ξέρω, δεν θα στον ανακατέψω, δεν θα στον χτυπήσω. όπως εσύ τον θέλεις μάτια μου.
Πώς οι λέξεις τώρα να μπουν σε σειρά για να σ' αποχαιρετίσουν; Αρνιούνται κι αυτές στους νεκρούς να σε στείλουν.
Ποιός άραγε εσένα στους νεκρούς σιμά να φανταστεί, πώς να πιστέψω θέλεις πως την πόρτα δεν θα ξανανοίξεις;
Πιό ζωντανός κανένας από σένα μάτια μου κι ο νους δεν το χωρά.
Κι όλο κοιτάζω γύρω γύρω και νομίζω πως σε βλέπω. Κι όλο κάποια άλλη είναι.
Αλλουνού αδερφή, μητέρα, νονά, αλλουνού αγαπημένη.
Ποιό μαύρο να φτάσει για τη θλίψη που ήρθε; Ποιό πένθος μπορεί τα στοιχειά να σωπάσει, ποιό κλάμα τη βοή που ακολουθεί;
Τίποτα ίδιο και το ξέρεις μωρό μου.
Καμιά νύχτα, καμιά ανάσα, κανένα γέλιο.
Κυριακή μεσημέρι αγάπη μου και σβήστηκε η μέρα.
κυριακή κοριτσάκι μου και δεν θα υπάρξει άλλη.

Εις το επανιδείν.