Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2013

Αλλάζοντας

Βράδια χαμένα σε στενά και σε πλατείες, να πιάνεσαι από ό,τι βρίσκεις. Να παρασύρεσαι και να τραβάς κι άλλους μαζί σου. Στην δικιά σου κατάντια, στη δικιά σου ντροπή. Μέρες που ξυπνάς και δεν θυμάσαι. Φροϋδικά πρωινά που έχεις αποβάλλει ό,τι σε σκοτώνει, ό,τι σε πονάει. Στιγμές που ψάχνεις μέρος να κρυφτείς από την ίδια τη συνείδησή σου. Πεπεισμένη πως τα κατάφερες, σίγουρη για τον εαυτό σου παραγγέλνεις ποτό. Πιστεύεις πως τον έχεις ξεφορτωθεί απ’ το μυαλό σου, πως έχει φύγει μια για πάντα. Κατεβαίνει η πρώτη γουλιά, νιώθεις την πρώτη ανατριχίλα. Τελειώνει το ποτήρι, έχεις μπει ήδη στο δρόμο του. Έχει προλάβει να σε κυριεύσει και δεν το χεις καταλάβει. Κυλάνε τα λεπτά, κυλάει το ποτό, κυλάει αυτός στις φλέβες σου. Κι ό, τι σ’ έσωνε μέχρι τώρα καταρρέει. . Κι ο γαμημένος ο εγωισμός, και η ρουφιάνα αυτοπεποίθηση. Και πέφτουν μονομιάς, γκρεμίζονται με μια γουλιά. Κι όλες οι κρυψώνες σου στη φόρα. Από πλαγιάσματα άσκοπα, ξενύχτια δίχως νόημα, μελαγχολίες που κρατούν.
Τώρα ρωγμές στα σωθικά σου, χαλάσματα μες την ψυχή σου και πάλι απ’ την αρχή να μαζευτείς. Πώς να σταθείς στα πόδια σου μωρό μου τώρα που έχουνε κοπεί; Πώς να σηκωθείς από εκεί που έχεις πέσει; Πόση δύναμη να έχεις κι από πού να την αντλήσεις; Μια ζωή τα ίδια λάθη, μια ζωή κακές συνήθειες. Σε πόσα τραγούδια χάνεσαι, πόσους στίχους σιγοτραγουδάς, πόσο πονάς…
Φίλοι που μιλάνε, φίλοι που συμβουλεύουν. Λόγια που περνούν και φεύγουν. Ένα μυαλό, ένα σώμα, μια καρδιά, όλα εκεί, πάντα εκεί, πάντα γαντζωμένα, μαγκωμένα. Δεν υπάρχει παρηγοριά, όχι αυτή τη φορά. Δεν θες ώμο ν’ ακουμπήσεις, δεν θες χείλια να φιλήσεις, κρεβάτι να κυλήσεις. Πόσο λίγα σου φαίνονται, πόσο περιττά, πόσο έχεις αναλώσει τον εαυτό σου. Σκορπίζεσαι μια ζωή και ψάχνεις να τον βρεις. Σε αλλονών τα μάτια, σε αλλονών τα κρεβάτια. Κι όσο δεν τον έχεις συνεχίζεις. Μη με λες ρομαντική όταν σου μιλάω, μη με λες πεζή όταν γράφω. Εγώ είμαι μάτια μου, η ζωή μου μωρό μου, αυτός είναι φίλε. Κι όσο το σιχαίνομαι, όσο το μισώ, τόσο εξαρτημένη. Ψάχνω τρόπο να βάλω ένα τέλος, να το λήξω. Πόσα ψέμματα στον εαυτό μου. Υποκρισία σε μένα από μένα. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχω. Χωρίς αυτόν γυρνάω στο κορίτσι που παράτησα. Στο ξανθό πλάσμα που με όριζε, σ’ έναν εαυτό που ποτέ δεν αποδέχτηκα. Κι ό,τι έχτιζα χρόνια γκρεμίζεται. Ξανά με τη τσάντα τη σχολική, ξανά με το ξανθό μαλλί, ξανά με την ανεμελιά που μισούσα. Πάλι στα θρανία, να μάθω τη ζωή μου αυτή τη φορά, να μάθω ποια είμαι, ποια θα ήμουν αν δεν υπήρχε. Απ’ το μηδέν εγώ ξανά να μπουσουλάω σαν μωρό. Να κλαίω σαν μωρό. Βουβό κλάμα, βραχνή φωνή, άδειο χαρτί και θέλω να το κάψω. Φωτιά μάτια μου σε όλα και μένω ξεκρέμαστη να αναρωτιέμαι για το παρελθόν μου. Να αναρωτιέμαι τι είναι πάνω μου αληθινά, τι είναι δικά μου και ποια είναι τα δανεικά. Ποιες σκέψεις μπλέχτηκαν, ποια θέλω ήταν τα δικά του. Ποιανού ανησυχίες κουβαλάω τόσα χρόνια, τί πάνω μου δεν είναι φτιαχτό, τι δεν έχει πλάσει, τι δεν έχει σμιλέψει; Γαμημένα παιδικά χρόνια που δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις, πού πας να μπλέξεις. Τρέξε μάζεψε τώρα τα συντρίμμια σου, βρες στα 23 σου ποια είσαι. Γύρνα στα 13 και χτίσε πάλι τον εαυτό σου.
Ποτέ πια σ’ αγαπώ. Ποτέ πιά εξάρτηση. Καμία χαραμάδα, καμία τρύπα για κανέναν. Καμία αδυναμία ξανά. Σκληρό πρόσωπο, παγωμένη καρδιά, έτσι θα ‘μια και σ’ όποιον κάνω. Δεν υπάρχει θέση για ευαισθησίες και ρομαντισμούς.
Αλλάζοντας συνήθειες, αλλάζοντας στέκια, αλλάζοντας ανησυχίες, αλλάζοντας όνειρα.
Αλλάζοντας εμένα.