Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012

Κι ύστερα, κι ύστερα


Είσαι άραγε εδώ όταν σε ζητάω;
Την ώρα που ανυπόμονα γυρεύω εκείνο το άγγιγμα το αθώο;
Στα αθώα την βρίσκεις την αγάπη. Στα αγγίγματα που δεν προσδοκούν και δεν απαιτούν. Στις ματιές που δεν γυρεύουν επιστροφή, σε πράξεις και σκέψεις που δεν έχουν εικόνα. Μόνο ένα συναίσθημα αόριστο, ανώνυμο.
Ποτέ σου μην πεις ψέμματα για να κερδίσεις εντυπώσεις. Πόσο γελοίοι οι άντρες εκείνοι που με κατορθώματα τα λόγια τους φουσκώνουν μη και η άλλη πειστεί.
Μη και τάχα ερωτευτεί. Την ανασφάλεια του άλλου να είναι ο εαυτος του. Ένας εαυτός που δεν έχει ταιριάξει με τον υπόλοιπο. Εμπειρίες που μείναν στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που δεν τις αφομοίωσε.
Δεν ερωτεύονται πλασματικά οι γυναίκες, δεν ερωτεύονται την ιστορία με τους δράκους που νίκησες, μήτε τις απογοητεύσεις του παρελθόντος. Δεν ερωτεύονται ένα δύσκολο παρελθόν ούτε έναν άντρα που μιλάει για αυτό. Αυτό που γλυκαίνει, αυτό που τις φλόγες ανάβει και κάνει τη λάμψη στα μάτια της να αλλάζει είναι αυτό που έχει εκείνος αποκομμίσει. Λέξη δεν χρειάζεται να πει. Κουβέντα να βγάλει. Τα λέει η αύρα του όλα, τα λένε τα λόγια τα υπόλοιπα. 
Κατάλαβες τώρα πώς οι φαμφάρες μονάχα γέλια φέρνουν;

Κι ύστερα η κούραση. Κι ύστερα η αγανάκτηση.
Κι ύστερα η παρενθέσεις στο κείμενο που έχεις μπροστά σου κλείνουν. Ήταν πολλές οι γραμμές αυτές που αφιέρωσες να εξηγήσεις ξανά τα εξόφθαλμα.

Κι ύστερα πίσω σ’ αυτό που σκεφτόσουν, σ’ αυτό που άφηνες το μυαλό σου να χαθεί.
Και δε χάνεται το γαμημένο. Τόσο οργανωμένο, τόσο παραταγμένο, τόσο τακτοποιημένο. Να θες να δώσεις μια και να το κάνεις άνω κάτω. Να σταματήσει να ζυγίζει, να σκέφτεται, να σχεδιάζει. Κι ύστερα να το μετανιώνεις. Να θες να δώσεις μια στου άλλου να τον συνεφέρεις, να σκέφτεται, να πράττει, να μιλάει όπως εσύ.
Κί υστερα βλέπεις τους εγωισμούς πυρά να ρίχνουν εκατέρωθεν. Πολλά “ύστερα”...
Φτάνουν τα λάβαρα εδώ, ώρα για μια σημαία λευκή. Κι ας είναι και της ήττας.