Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

Μελάνι ψάχνω, πλήκτρα πατώ.

Η πένα ακουμπάει στο χέρι μου την ώρα που γυρεύω κάτι παντελώς άσχετο. Το σημειωματάριο λίγο πιο μέσα χωμένο, σκόνη στις άκρες των σελίδων του. Συγγνώμη σκέφτομαι. Συγγνώμη που, για άλλη μια φορά, δεν κατάφερα να κρατήσω εκείνη την χιλιοδοσμένη υπόσχεση. Άλλη μια φορά που δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ. Ποτέ δεν τα κατάφερα καθώς φαίνεται. Κι αν δεν μπορείς να κρατήσεις τις υποσχέσεις που δίνεις στον εαυτό σου, αν δεν μπορείς να ανταποκριθείς εσύ, μόνη σου, στις προσδοκίες σου, πώς τολμάς να ζητάς, πώς τολμάς να απαιτείς από τους άλλους να το κάνουν για σένα; Πόσο αχάριστη μπορεί να είσαι; Πόσο εγωίστρια...
Κι όλα αυτά, από ένα συρτάρι που άνοιξα. Αυτό του κομοδίνου. Εκεί που πάντα κρατάς τα πιό προσωπικά σου αντικείμενα. Εκείνο το μέρος του σπιτιού που προορίζεται για σένα και μόνο για σένα.
Ξέρει κάτι όμως φίλε; Ποτέ δεν είχα ένα τέτοιο συρτάρι. Ούτε για όσα χρόνια ζούσα με τους δικούς μου, ούτε στα χρόνια που έμενα με κάποιον άντρα. Ψαχούλεμα φίλε πολύ στο πρώτο, πού πολυτέλειες για private space στα άλλα.
Γιατί εγώ που λες, όταν μένω με κάποιον άντρα, φέρομαι με τους χώρους του σπιτιού όπως ακριβώς με την ψυχή μου. Δεν υπάρχει μέρος, γωνιά, που να μην τη μοιράζομαι...
Δεν έχω κάτι να χωρίσω, κάτι να ξεχωρίσω, λόγο να τραβήξω γραμμή για τον προσωπικό μου χώρο, για τον δικό μου "αέρα".
Κι ακόμα κι αν έρθει η στιγμή που κάτι πρέπει να μείνει κρυφό, θα το τοποθετήσω στο πιό εξόφθαλμο μέρος του σπιτιού. Στο μέσο του σπιτιού, στο κέντρο της προσοχής. Κι εκεί να ξέρεις... Καταλαβαίνεις πολλά... Μαθαίνεις πολλά. Και ή που χαίρεσαι που ακούμπησες το μυστικό σου στο τραπεζάκι του σαλονιού, ή που λυπάσαι που κάποτε αυτό το τραπεζάκι φιλοξενούσε μόνο τα ρεσό σου. Λυπάσαι. Δεν μετανιώνεις. Ποτέ μη μετανιώσεις φίλε.
Το πλέον άσχημο που θα μπορούσε να συμβεί έκτοτε, είναι την ώρα που το ακουμπάς, να έρθει ο αέρας να στο ρίξει. Κι εκεί που βλέπεις θρύψαλα τριγύρω να μην μπορείς να το επαναφέρεις.
Ύπουλο πράγμα μάτια μου ο αέρας. Έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν σε προειδοποιεί, δεν σφυρίζει, δεν σε σκέφτεται. Μπαίνει κι ο άλλος μετά, και βλέπει μόνο θρύψαλα κι εσένα να παλεύεις να μαζέψεις. Και σκύβει για να βοηθήσει, να κλείσει τα παράθυρα, ίσως να σε φροντίσει.
'Ισως γιατί τα είχε αφήσει εκείνος ανοιχτά, ίσως γιατί δεν είχε φανταστεί πως θα φυσήξει. Κι εκείνη τη στιγμή, το μόνο που θες, είναι ένα στραβοπάτημα δικό του. Λίγο να μην κοιτάξει που πατά, λίγο κι εκείνος να κοπεί.
Δικαιολογία το ρόλο σου ξανά να βρεις. Εκείνον που σου πάει, εκείνον που έχεις μάθει. Εσύ να τον φροντίζεις, εσύ να βοηθάς, εσύ κανένανε ανάγκη να μην έχεις...
Και ξανά, μέχρι τότε, εσύ θα ψάχνεις θρύψαλα να μαζέψεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: