Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2011

Δαγκείου επιδημία

Είναι μια από αυτές τις εικόνες που πρέπει να μοιραστείς, που πρέπει να περιγράψεις. Ακόμα κι αν δεν θέλεις, νιώθεις το χαρτί να έρχεται μόνο του μπροστά σου, το στυλό να έλκεται από το χέρι σου και τις λέξεις να ουρλιάζουν στο κεφάλι σου για να γραφτούν. Είναι μια από εκείνες τις ώρες, που ενώ τα μάτια σου κλείνουν από την κούραση, το μυαλό σου αρνείται να εφησυχαστεί.

Ήταν η δεύτερη μέρα που πήγαινα για δουλειά στο γραφείο στην Κηφισιά, ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που περπάταγα στους δρόμους του ήρεμου κι αποκομμένου αυτού Αθηναϊκού προαστίου.

Με θυμάμαι καιρό πριν, μπορεί και χρόνια, να σουλατσάρω στα σοκάκια της Κηφισιάς, με προορισμό ένα από τα τότε αγαπημένα μου μαγαζιά που σέρβιρε ζεστό κρασί με ζάχαρη, κανέλα και γαρύφαλλο.

Είναι πρωί και περπατάω στα στενά με κατεύθυνση το Κεφαλάρι. Περνώντας την πλατεία, η μοναδική κίνηση προέρχεται από Φιλιππινέζες. Φανερά αγουροξυπνημένες, με ψώνια στα χέρια, με μικρά παιδάκια στα χέρια, με το άγχος της δουλειάς στο πρόσωπό τους. Νομίζω πως είμαστε οι μόνοι άνθρωποι που κυκλοφορούμε τόσο νωρίς. Μου έκανε εντύπωση. Το περιέγραψα στον φίλο μου. Εύστοχα μου θυμίζει τα λόγια του σαρκασμοπιτυκοκάμπτη Πανούση «Ναί, στα Β.Π. μένω. Έκει που μένουν όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Τα super market, οι φούρνοι, οι δρόμοι το πρωί είναι γεμάτοι από Φιλιππινέζες και εργάτες.” (ή κάπως έτσι τέλος πάντων-συγγνώμη για την παράφραση Τζίμι..)

Στην αρχή νόμιζα πως τίποτα δεν είχε αλλάξει από εκείνη την εποχή. Μαγαζιά, βιτρίνες, αμάξια ακριβά, γυναίκες πάντα καλοφτιαγμένες, σπίτια βγαλμένα από παραμύθια.

Κι όμως, σήμερα, αυτή η γειτονιά μου φάνηκε τόσο παράταιρη. Σαν να την πήρε ένας τεράστιος γερανός από κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη και την προσγείωσε στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα του Μνημονίου, στην Ελλάδα της τρόικας, στην Ελλάδα της φτώχειας, της ανεργίας, της εξαθλίωσης. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει με τόση επιμονή γύρω γύρω, σα να ‘ψαχνε να βρει τους διάφανους τοίχους που την ασφαλίζουν και την προστατεύουν από τους «εισβολείς».

Ο «εχθρός» κατάφερε όμως να μπει...

Λίγα μέτρα από τον σταθμό του τρένου, ένας άνθρωπος, άστεγος, έχει στρώσει κάτι κούτες και κοιμάται. Λίγο παραδίπλα, μια γυναίκα με το μωρό στην αγκαλιά παρακαλάει για λίγα κέρματα.

Οι στολισμοί για τα Χριστούγεννα έχουν ξεκινήσει, χρώματα, φωτάκια, πνεύμα γιορτινό που λίγο λίγο ξεχύνεται. Μια μαυροφορεμένη γιαγιά ζητάει βοήθεια. Ψάχνει κι αυτή μερικά σεντς να πάρει ψωμί.

Η φωνή της καλύπτεται βάναυσα από τον ήχο των τακουνιών καθώς προσπερνούν.

Στο κρύο, στη βροχή, εγκαταλελειμμένοι άνθρωποι -από το κράτος, την οικογένειά τους, την κοινωνία- ελπίζουν στο δικό μας περίσσευμα. Βρήκαν λοιπόν το μέρος που το περίσσευμα είναι μεγαλύτερο.

Δεν υπολόγισαν όμως το έλλειμμα ανθρωπιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: