Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011

Χέρι που σηκώνεται δεν ξανακατεβαίνει

Ένας σωστός κύριος. Πάντα περιποιημένος, ντυμένος στην εντέλεια με μια δουλειά που θα ζήλευε ο καθένας. Τακτοποιημένος, αυτοδημιούργητος και μόλις 30 χρονών.
Έβλεπες στα μάτια της Χ σχηματισμένα ερωτηματικά αλλά και μια μπερδεμένη νοσταλγία. Τόσο μουντή ματιά που αμέσως πρόδιδε πως πρόκειται για μια διχασμένη γυναίκα. Η Χ τον γνώρισε πριν 4 χρόνια σε μια από τις εκδηλώσεις που έκανε η εταιρεία στην οποία δούλευε. Αρκετές φορές τον είχε συναντήσει στο ασανσέρ ή στους διαδρόμους του κτηρίου, όμως ποτέ δεν έτυχε να συστηθούν και να ανταλλάξουν κάτι παραπάνω από την τυπική καλημέρα. Μέχρι το βράδυ που μια συνάδελφος τους γνώρισε. Όμορφη γυναίκα τότε η Χ, ψηλή, με μαύρα γυαλιστερά μαλλιά που χάιδευαν τους ώμους της, τεράστια εκφραστικά μάτια και σώμα τόσο λεπτεπίλεπτο που νόμιζες πως ο αέρας θα τo σπάσει. Ντυμένη πάντα με αέρινα φορέματα που αγκάλιαζαν το σώμα της και χαμηλά τακούνια, ίσα για να ακούγονται καθώς περπάταγε. Είδε τον Μ. , του άπλωσε το χέρι για να συστηθεί, αυτός το πήρε απαλά και το ακούμπησε στα χείλη του χωρίς να τραβήξει λεπτό το βλέμμα του από τα μάτια της.
Ζευγάρι από τότε. Ζευγάρι εδώ και 4 χρόνια, γονείς εδώ και 3, σύζυγοι εδώ και 2.
Μου περιγράφει εκείνη την πρώτη γνωριμία, μου δείχνει φωτογραφίες τραβηγμένες 4 και 5 χρόνια πριν. Ανοίγει το άλμπουμ του γάμου της.
Περιστοιχισμένη σε όλες από φίλους, από πρόσωπα χαμογελαστά κι αυτή να αστράφτει. Όμορφη. Εκθαμβωτική. «Είδες πώς ήμουνα;» μου λέει. Έχω παγώσει. Έχω σαστίσει. Προσπαθώ να ψελλίσω ένα «Πανέμορφη» και την ίδια στιγμή που βγαίνει η λέξη από το στόμα μου καταλαβαίνω το λάθος μου. Βουρκωμένο βλέμμα χαμένο κάπου στον απέναντι τοίχο. Την κοιτάω όσο πιο έντονα μπορώ, ψαχουλεύω με τα μάτια μου κάθε σπιθαμή του προσώπου της, κάθε εκατοστό του κορμιού της. Προσπαθώ να μετρήσω τα σημάδια πάνω της μα είναι αδύνατον. Τα όμορφα ροδαλά ζυγωματικά της που ξεχώριζαν στις φωτογραφίες είναι τώρα παραμορφωμένα. Η δεξιά πλευρά του προσώπου της έχει πλέον ένα σκούρο χρώμα, δέρμα γεμάτο μπαλώματα. Δώρο του Μ. τρεις μέρες μετά το γάμο. Τον ενοχλούσε που σιδέρωνε τα ρούχα της μικρής αντί να του φέρει νερό… Εκείνο ήταν και το πρώτο σοβαρό κρούσμα, η πρώτη φορά που είδε τον άντρα της, εκείνον τον ήσυχο άνθρωπο να μεταλλάσσεται. «Μα καλά, τόσο καιρό δεν είχες καταλάβει τίποτα; Δεν σου είχε επιτεθεί ποτέ; Δεν είχε σηκώσει ξανά το χέρι του;» Από τις πιο αφελείς ερωτήσεις που θα ήταν δυνατόν να κάνω, μα και τόσο ειλικρινής συνάμα. Απορία που με κατατρέχει από την πρώτη φορά που έγινα μάρτυρας ενδοοικογενειακής βίας στα παιδικά μου χρόνια. Όχι στην άμεση και κοντινή μου οικογένεια ευτυχώς. Ευτυχώς; Ευτυχώς… Γιατί όταν κάτι είναι μακριά μας λέμε ευτυχώς και κλείνουμε τα μάτια. Δίνουμε μια-δυο συμβουλές και απομακρυνόμαστε. Ακόμα στα θέματα ζωής-θανάτου υπερέχει το not in my back yard. «Μονάχα μια φορά, κοντά στον έναν χρόνο που ήμασταν μαζί, νευρίασε πολύ και μου ‘δωσε ένα χαστούκι. Ποτέ άλλοτε, και ποτέ κάτι πιο σοβαρό.»
Σαν ν’ άνοιξε μια πόρτα, σαν να κρυβότανε για χρόνια και πλέον απελευθερώθηκε. Η Χ. θυμάται τα μάτια του να γυαλίζουν, το πρόσωπό του κατακόκκινο και έτοιμο να εκραγεί. Από την μέρα που το χέρι του σηκώθηκε, δεν ξανακατέβηκε. Επί ένα χρόνο η Χ. ανεχόταν τα χτυπήματα του άντρα της, τις απειλές του πως αν φύγει ή τον καταδώσει θα πληρώσει το παιδί, τους εκφοβισμούς του μέρα-νύχτα.

«Είχα 5 μήνες να κοιμηθώ. Έκλεινα τα μάτια μου για 2’ και άκουγα κραυγές. Άκουγα κλάματα. Έβλεπα εικόνες με το μωρό μου να πεθαίνει κι αυτόν να γελάει. Το τόλμησε. Τόλμησε να ακουμπήσει το μωρό μου. Δεν είχε καν χρονίσει, το διανοείσαι; Το σήκωσε από την κούνια την ώρα που κοιμόταν και απειλούσε να το πνίξει στην μπανιέρα αν δεν έπαιρνα τη μάνα μου τηλέφωνο για να της πω πως όλα είναι καλά. Με είχε ακούσει που της μιλούσα κλαίγοντας και με λυγμούς. Τρόμαξε η γυναίκα και ήθελε να έρθει. Η μάνα μου δεν ζει εδώ, είναι στην επαρχία. Λέξη δεν είχα πει για όσα μου συνέβαιναν, μα δεν μπορούσα άλλο. Με άκουσε. Μου έπεσε από τα χέρια το τηλέφωνο κι άρχισα ενστικτωδώς να τρέχω προς το δωμάτιο του μωρού μου. Με πρόλαβε, μου έκλεισε το δρόμο, το βούτηξε. Λιποθύμησα. Θυμάμαι να ξυπνάω από τις δυνατές κλωτσιές του και να βλέπω αίματα τριγύρω. Κι εγώ στην σύγχυση μου νόμιζα πως είναι του παιδιού! Με έσυρε στο μπάνιο σε μια μισογεμισμένη μπανιέρα κι άρχισε να βουτάει το μωρό μου μέσα μέχρι να πιάσω το τηλέφωνο. Η κίνησή μου ήταν ακαριαία. Πήρα τη μάνα μου και της είπα πως δεν τρέχει τίποτα και πως απλά ήμουν πολύ πιεσμένη αυτόν τον καιρό. Έτσι μόνο άφησε κάτω το μωρό μου. Έπεσα στην πολυθρόνα δίπλα στην κούνια ξέπνοη κι έμεινα να κοιτάζω το αθώο πλάσμα που σπάραζε απ’ το κλάμα καλυμμένο απ’ το δικό μου αίμα. Ούτε αγκαλιά δεν είχα κουράγιο να το πάρω εκείνη τη στιγμή.»
Η Χ. αποκοιμήθηκε στο πλάι του μωρού για 1-2 ώρες μέχρι που ο Μ. έσκυψε πάνω της να την φιλήσει. Την πήρε αγκαλιά, της ζήτησε συγγνώμη και της υποσχέθηκε πως δεν θα το ξανακάνει ποτέ. Η Χ. είχε πλέον χάσει το μέτρημα. Δεν ήξερε αν ήταν η 1200η φορά ή η 1500η. Τον πίστεψε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Έναν χρόνο μετά διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Το κάλεσαν οι γείτονες όταν σταμάτησαν να ακούν τα ουρλιαχτά της. Σώθηκε από θαύμα.

Μετά από αυτό αποφάσισε να μην τον ξαναπιστέψει…
Ζει με την κόρη της, μακριά από τον Μ. στην όποια ασφάλεια μπορούν να της παρέχουν τα περιοριστικά μέτρα και περιμένει την έκδοση του διαζυγίου. Μήνυση δεν κατέθεσε ποτέ, ούτε και είπε στους γιατρούς τι ακριβώς είχε συμβεί. Το ότι επέζησε κι ότι κατάφερε να βγει από τον εφιάλτη της αρκεί προς το παρόν.

«Θέλω μόνο να ηρεμήσω. Δεν θέλω να με κυνηγήσει άλλο, δεν θέλω να ξαναδεί το παιδί μου. Μόλις βρω τη δύναμή μου θα τον καταγγείλω. Όχι τώρα όμως.»

Εύχομαι μόνο να τον καταγγείλει πριν ο Μ. γνωρίσει κάποια άλλη.


Τηλεφωνική Γραμμή Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας 197
Γραμμή SOS
8001188881 (ενδοοικογενειακή βία)

Δεν υπάρχουν σχόλια: