Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2011

Μην σκοτώνετε τα Εξάρχεια

Απ’ όταν ήμουνα παιδί, η αγαπημένη μου γειτονιά ήταν τα Εξάρχεια. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, στα μέρη αυτά έκανα τις πρώτες μου φιλίες, αντάλλαξα τα πρώτα μου χαμόγελα. Έμαθα ποδήλατο, έπεσα, χτύπησα, μάτωσα κι έκλαψα. Μέρα με τη μέρα, μεγαλώνοντας, ερωτευόμουν όλο και περισσότερο αυτή τη γειτονιά. Θες η γραφικότητα κι οι μουσικές, τα πετυχημένα συνθήματα στους τοίχους που από μόνα τους αρκούν για μια κοινωνική και γλωσσολογική έρευνα, θες οι άνθρωποι με τα σκυμμένα πρόσωπα, η παρατημένη πλατεία, με έκαναν να μαγεύομαι και λατρεύω το μέρος εκείνο.
Αισθάνομαι τυχερή που με μεγάλωσε ο παππούς μου, ένας άνθρωπος ήσυχος γεμάτος αναμνήσεις και ιστορίες απ’ τα χρόνια του εμφυλίου, της κατοχής, της δικτατορίας. Όταν τα υπόλοιπα παιδάκια της ηλικίας μου νανουρίζονταν με την Χιονάτη και την Σταχτοπούτα εγώ αποκοιμιόμουν ακούγοντας για την ζωή του. «Αυτά που σου λέω φυστικάκι μου, είναι η ζωή μου, η βιογραφία μου, αλλά δεν παίρνω τη ζωή αυτή που πέρασα χωρίς να πολιτικολογήσω για τα χρόνια αυτά και να αποδείξω ότι η ζωή ενός ατόμου δεν είναι τίποτα άλλο από τη ζωή ενός λαού που αντανακλάται στην πολιτική κατάσταση και διαμορφώνει την μετέπειτα ζωή του. Για αυτό όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι στρατευμένοι στο λαό και για τον λαό έτσι ώστε να μην περάσει η ζωή του παιδιού τους όπως πέρασε αυτός. Ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται όσο συνεχίζεται και η ζωή.» Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Πρώτα Βατατζή, έπειτα Καλλιδρομίου. Μόνη φορά που πέρασε τα «σύνορα» της περιοχής για να μείνει αλλού ήταν στα Δεκεμβριανά. Είχαν μόλις αρχίσει να δυσκολεύουν τα πράγματα στη Βατατζή. Ελεύθεροι σκοπευτές κύκλωναν το μέρος και πυροβολούσαν από τον Λυκαβηττό όποιον θεωρούσαν ύποπτο αφήνοντας θύματα σωριασμένα τριγύρω.
Τρόφιμα να θρέψουν 5 παιδιά δεν υπήρχαν, η πείνα τους θέριζε. Είχαν φάει και τις τελευταίες σούπες που είχε μοιράσει ο ΕΛΑΣ και τα παιδιά έκλαιγαν. Η προγιαγιά μου αποφάσισε να μαζέψει τα παιδιά και να πάει στο Κουκάκι σε μια μακρινή ξαδέλφη. Ξεκίνησαν περπατώντας και τοίχο-τοίχο προς το Κολωνάκι, που από εκεί άρχιζε η τότε Κυβερνητική Ελλάδα της δεξιάς και των δοσίλογων. Σταμάτησαν Χαριλάου και Ναβαρίνου, έξω από την τότε κλινική Σμπαρούνη. Ένα τανκ είχε ανοίξει πυρ. Ο μεγάλος αδερφός του παππού μου άρχισε να τρέχει. Επονίτης βλέπετε και τον κυνηγούσαν. Αν έμενε με την υπόλοιπη οικογένεια θα τους πιαναν όλους. Τελικά συλλάβανε τον άλλον αδερφό και θα τον περνάγανε από δίκη την επόμενη κιόλας ημέρα με έτοιμη απόφαση να εξοριστεί κάπου στην Αφρική στην Ελτάμπα. Γεμάτος αίματα, σπασίματα και μελανιές στα κρατητήρια, τράβηξε την προσοχή ενός αξιωματικού που βλέποντας πως είναι ένα παιδί μόλις 15χρονών, του έδωσε χαρτί αποφυλάκισης. Στο Κουκάκι μείνανε 20 μέρες, μετά ξαναγύρισαν στα Εξάρχεια, μετά συνέχισαν να ζουν στο μέρος που αγαπούσαν. Κι ας σφύριζαν οι σφαίρες, κι ας υπόφεραν απ’ την πείνα.
Σήμερα, κάθε φορά που ξημερώνω στα Εξάρχεια το κρύβω απ’ τον παππού μου. Δεν θέλει να ξέρει πως η μονάκριβή του εγγονή συχνάζει μέρα-νύχτα εκεί. Στην περιοχή που μεγάλωσε, στην περιοχή που λάτρεψε. ‘Ώρες- ώρες ντρέπομαι. Όχι για τον παππού μου αλλά για τα Εξάρχεια.
Τα «σύνορα» στο Κολωνάκι για το οποία μου μιλούσε ο παππούς μου ποτέ δεν άλλαξαν, ποτέ δεν σβήστηκαν. Η κλούβα δεσπόζει αγέρωχη στη Ναβαρίνου, να προστατεύει την σημερινή κυβέρνηση, να χωρίζει την περιοχή στα δύο, να δημιουργεί δύο κόσμους διαφορετικούς. Οι του Κολωνακίου και οι των Εξαρχείων. Πλέον κανείς δεν δίνει σημασία, κανείς δεν παραξενεύεται, κανείς δεν ασχολείται. Πού και πού ένα hit and run από ομάδες των 10-20 προς τους παρατεταγμένους Ματάδες, 2-3 δακρυγόνα, ένα φτέρνισμα και το ποτό συνεχίζεται. Η ανυπότακτη περιοχή της Αθήνας. Η περιοχή με τα νιάτα που βράζουν, με τον κόσμο που αντιστέκεται, με τους παλιούς ποιητές με τους απανταχού εναλλακτικούς και ιδιόμορφους καλλιτέχνες. Ιδεολόγοι και ανθρωπιστές που κάθονται σε σκαλάκια και πλατείες συζητώντας για το χάλι μας το μαύρο, παιδιά που διψούν να ακούσουν και να μάθουν, βιβλία και κόσμος να τα διαβάζει. Αυτή είναι η εικόνα που μ’ αρέσει. Αλλά αυτή είναι και η εικόνα που κινδυνεύει να χαθεί. Το μέρος γέμισε τραμπούκους. Τζάμπα μάγκες που παριστάνουν τους σωτήρες. Είκοσι άτομα ορμάνε σε έναν και τον ξυλοκοπούν. Το καινούργιο τους hobby. «Δεν θέλουμε την πρέζα στην περιοχή μας» είναι το μότο τους και όποιον πάρει ο χάρος. Έχει περάσει μια εβδομάδα από το κάτωθεν περιστατικό. Οι «αστυνομικοί» των Εξαρχείων, ντυμένοι όπως πάντα στα μαύρα, πήραν και πάλι την δικαιοσύνη στα χέρια τους. Κάποιος ακούστηκε πως έσπρωχνε ναρκωτικά. Είκοσι άτομα άρχισαν να τον κυνηγούν, τον πέταξαν μέσα σε ένα μαγαζί κι άρχισαν να τον ξυλοφορτώνουν. Μια κοπέλα που δούλευε εκεί τόλμησε να ρωτήσει τους «δικαστές» τι ακριβώς συνέβη. Της άνοιξαν το κεφάλι στα δύο με ένα σιδηρολοστό. Η φασαρία κράτησε 20’. Κάποιος κάλεσε ασθενοφόρο και όλοι γύρισαν στους προηγούμενους ρυθμούς τους. Το μόνο που είχα προλάβει να δω και να καταλάβω εκείνη τη μέρα, ήταν μια ομάδα ατόμων να τρέχουν φωνάζοντας και να κυνηγάνε κάποιον. Σηκώθηκα, πήγα προς το μέρος τους και είδα καμιά 60αρια άτομα να παρακολουθούν το συμβάν. Με δυσκολία έβλεπα μέσα στο μαγαζί. Ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει παρόλα αυτά. Ένας άνθρωπος σωριασμένος κατάχαμα, μπρούμυτα, με αίματα τριγύρω, μια κοπέλα σε κατάσταση σοκ κι ένα μαγαζί διαλυμένο ολοσχερώς. Είναι τόσο σύνηθες πλέον αυτό το φαινόμενο φασιστικού ξυλοδαρμού, 20 σε 1, που κανείς δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον να ασχοληθεί παραπάνω…
Μόλις χτες άκουσα πως ο άνθρωπος ξεψύχησε στο Νοσοκομείο 1 ώρα μετά την διακομιδή του!!
Δεν έχω λόγο να μην πιστέψω τα άτομα που μου το είπαν. Είναι μάλλον η ανάγκη μου να μην τα πιστέψω. Να μην πιστέψω πως έχουμε φτάσει σε σημείο να ξυλοκοπούμε μέχρι θανάτου ανθρώπους. Ακόμα κι αν είναι τα μεγαλύτερα αποβράσματα της κοινωνίας, ακόμα κι αν τους αξίζουν τα χειρότερα. Όλοι αυτοί που καταδικάζουν την κρατική βία, που κατακρίνουν την ελληνική δικαιοσύνη, όλοι αυτοί που αντιτίθενται στο σύστημα γιατί δεν είναι ανθρωπιστικό. Που πλασάρονται ως προστάτες των αδυνάτων ως εκφραστές μιας ιδεολογίας στην οποία πάνω απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Οι δοσίλογοι των ημερών μας που παραμονεύουν σ’ αυτά τα ίδια σύνορα και ουδεμία διαφορά δεν έχουνε οι πράξεις τους από εκείνων που κατηγορούν και που μισούν. Ο φασισμός σε όλο του το μεγαλείο στην πιο ζεστή κι ανθρώπινη περιοχή. Κανείς δεν πάλεψε για σας, κανείς δεν μάτωσε για σας. Δεν είστε αναρχικοί, δεν είστε αριστεροί, δεν είστε άνθρωποι. Είστε ο μεγαλύτερος εχθρός της κοινωνίας μας, είστε ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την περιοχή, είστε μίασμα για τα Εξάρχεια.

2 σχόλια:

Φανη είπε...

Θυμαμαι πριν λιγους μηνες που διαβασα σε γνωστο μεσο "του χωρου" (εντος η εκτος εισαγωγικων )οτι ειχε γινει κι ενα αλλο σκηνικο, οπου μια παρεα καθοταν σε ενα μαγαζι στα εξαρχεια και ο ενας ειχε ελληνικα διακρξτικα στο κρανος 'η στο μπουφαν της μηχανης του (επειδη οπως αποδειχτηκε αργοτερα επαιρνε μερος σε διεθνεις δραστηριοτητες με μηχανες κλπ), καποιος το ειδε περνωντας απο εκει, θεωρησε οτι ειναι ποιος ξερει τι, εριξε το συνθηματικο "φασιστας στα εξαρχεια" και τους την επεσαν κανονικα. μιλαμε για ξυλο.
τετοιες κινησεις μονο καλο δεν κανουν στα εξαρχεια, με την ευρυτερη εννοια..

silly redhead* (ei.damianaki) είπε...

Πολλά εισαγωγικά στη λέξη χώρος θα έλεγα... Το θέμα είναι πως τέτοιες κινήσεις/πράξεις συμβαίνουν αν όχι κάθε μέρα σίγουρα μέρα απρά μέρα στα Εξάρχεια. Χωρίς να ξέρουμε ποιόν-τί και γιατί, σηκώνεται το χέρι και όχι από έναν αλλά από ομάδες ολόκληρες. 20/1 κοκ.
Βάζουμε τα χεράκια μας και βγάζουμε τα ματάκια μας.