Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ένας γλυκός άνθρωπος

Είχε μείνει ένα άρθρο να παραδώσω. Περνούσαν οι μέρες, στοίβες τα βιβλία, ουρά οι εργασίες, σε κούτες τα ερωτηματολόγια, τριπλοί οι καφέδες, εμφανείς όσο ποτέ οι μαύροι κύκλοι. Κι όλα γύρω να τρέχουν. Όλα στον ίδιο ρυθμό. Πώς να προφτάσεις, πώς να κοπείς στα δέκα… Μόνο μην μου μιλήσεις για προτεραιότητες. Το ξέρεις πως έτσι δεν μπορώ να λειτουργήσω, το ξέρεις πως χειρότερα θα τα κάνω. Παντού λοιπόν, κι ας γίνουνε οι ώρες της ημέρας 40. Ένα άρθρο, 4 θέματα. Όλα φαντάζανε απλοϊκά, όλα μου φαίνονταν αδιάφορα. Πολιτική, εκπαίδευση, αγανάκτηση, δικαιώματα των ζώων. Ξεφύλλιζα τις σημειώσεις, άκουγα ξανά και ξανά τις συνεντεύξεις, τίποτα. Όσες φορές και να τις άκουγα, θέμα δεν έβγαινε.

Κουβαλούσα στην τσάντα μου το στικάκι με την τελευταία συνέντευξη, την έσχατη προσπάθεια εύρεσης θέματος με κάποιο ίσως ενδιαφέρον. Κάπου στη Ραγκαβή σταμάτησα για τσιγάρα και για το καθιερωμένο βλέφαρο στα πρωτοσέλιδα.-Χρήστο! Χρήστο! Χρηστάκο μου! Ε, Χρηστάκο…

Γυρνάω το κεφάλι. Κάτι μου έλεγε πως ήξερα από πού ερχόταν η φωνή. Ένας παππούς στον 2ο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας σχεδόν κρεμόταν από τα κάγκελα του μπαλκονιού του και φώναζε σε έναν νεαρό που πέρναγε από κάτω.

-Έλα ρε πατέρα, καλημέρα. Βιάζομαι, τα λέμε άλλη ώρα.

-Χρηστάκο μου μπορείς να μου πάρεις το φάρμακο για την καρδιά γιατί μου τέλειωσε;
-Ρε πατέρα δουλεύω σου λέω, πετάξου πάρ’ το. Όλο τελευταία στιγμή τ’ αφήνεις.
-Το βράδυ θα πάρω το επόμενο, μπορείς μέχρι τότε;

-Όχι. Κατέβα παρ’ το εσύ. Να μάθεις να μην τα ξεχνά. Άντε τα λέμε.
-Να προσέχεις λεβέντη μου. Και να μου φιλήσεις τις μικρές. Πότε θα μου τις φέρεις να τις δω, τις πεθύμησα!
Ο Χρηστάκης έχει ήδη φύγει.

Πρώτη φορά που παρατήρησα τον παππού ήταν 2 χρόνια πριν. Καθόταν στο ίδιο μπαλκόνι, στο ίδιο σημείο, και μιλούσε με κάτι περαστικούς. Είχαν σταματήσει ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι κλείνοντας όλο το πεζοδρόμιο. Εκνευρίστηκα με την αδράνειά τους να κάνουν έστω κι ένα βήμα πίσω. Λίγες μέρες μετά, μετά από μια φορτισμένη μέρα, έκατσα στα σκαλάκια της απέναντι πολυκατοικίας για ένα τσιγάρο. Φύσαγε, έκανε κρύο. Ιδανικός καιρός να πάρει την ένταση από πάνω μου. Ο παππούς ήταν πάλι στο μπαλκόνι, όρθιος, με τα μάτια στραμμένα στο δρόμο. Άρχισα να παραξενεύομαι. Τί στο καλό κάνει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στο μπαλκόνι με τέτοιο καιρό; Τρία τσιγάρα κι ο παππούς ακούνητος. Κρύωνα. Σηκώθηκα, τίναξα τη σκόνη και τη στάχτη και γύρισα σπίτι. Για έναν τουλάχιστο χρόνο, όποτε πέρναγα από το σπίτι του παππού κοίταζα πάνω να δω αν είναι πάλι εκεί. Ήταν σχεδόν πάντα. Είτε μεσημέρι, είτε απόγευμα, είτε πρωί, κρύο, ζέστη, αέρας, ο παππούς στο πόστο του. Κάποια μέρα σταμάτησα να τον βλέπω. Για αρκετό καιρό το μπαλκόνι ήταν άδειο. Άλλαξα δρομολόγιο, άλλαξα στενό, τον ξέχασα τον παππού. Ακούγοντας τη φωνή εκείνη λίγες μέρες πριν, γύρισα τόσο γρήγορα και ασυναίσθητα το κεφάλι μου προς το μέρος του, προς εκείνο το μπαλκόνι, που σχεδόν ζαλίστηκα. Χαμογέλασα όταν επιβεβαίωσα πως ήταν αυτός. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό το χαμόγελο βγήκε τόσο αυθόρμητα, σαν να ένιωσα ανακούφιση. Όταν είδα τον «Χρηστάκο» να φεύγει δεν κρατήθηκα και στράφηκα προς τον παππού.
-Συγγνώμη που πετάγομαι, αλλά επειδή πάω προς το φαρμακείο και άκουσα ότι χρειάζεστε κάτι φάρμακα, θέλετε να σας τα πάρω; Αφού πάω που πάω.

Δίστασε στην αρχή, ακόμα και να μου απαντήσει. Δέχτηκε τελικά την εξυπηρέτηση φωνάζοντας μου από το μπαλκόνι «Σ’ ευχαριστώ κορίτσι μου, σ’ ευχαριστώ πολύ. Σίγουρα δεν σου κάνει κόπο; Μπορώ να πάω κι εγώ να τα πάρω. Κι αν δεν πάω θα μου τα φέρει ο γιός μου αύριο. Σίγουρα μπορείς; Χίλια ευχαριστώ…» κοκ. Μου πέταξε από το μπαλκόνι μια σακουλιτσα με το άδειο κουτί, με τη συνταγή ,με τα χρήματα για τα χάπια και καμιά εκατοστή κάρτες από γιατρούς! Εννοείται πως με περίμενε στο μπαλκόνι να γυρίσω…

Ανέβηκα να του τα δώσω και είχε ήδη ετοιμάσει το χυμό μου, ένα κομμάτι κέικ, ένα σοκολατάκι και καμιά 20αριά μπισκότα Μιράντα. Δεν ξέρω αν γέλασα ποιο πολύ με το όλο κέρασμα ή με τα μπισκότα Μιράντα. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον ηλικιωμένο άνθρωπο που να μην τρώει «Μιράντα»! Αποφάσισα να κάτσω λίγο, μέχρι να πιω το χυμό και να φάω κάτι απ’ όλα αυτά μιας και η πιθανότητα να φύγω ατρατάριστη και ατάιστη ήταν υπό το 0. Ο κυρ-Γεράσιμος έχει φτάσει αισίως τα 86 έτη, έχει 2 παιδιά και 3 εγγονές. Η μια του κόρη έφυγε πριν από πολλά χρόνια για Αμερική και έκτοτε δεν ξαναγύρισε. Πού και πού επισκέπτεται την Ελλάδα με τον άντρα και την κόρη της. Ο γιός του, επίσης παντρεμένος, με 2 κοριτσάκια, ζει 3 στενά παραπάνω στο παλιό σπίτι του πατέρα του που του το έδωσε όταν παντρεύτηκε. Κάθε δεύτερη Κυριακή, ο κυρ-Γεράσιμος είναι καλεσμένος στο σπίτι του γιού του για να φάνε όλοι μαζί. Ήταν να πάει την Κυριακή που πέρασε, αλλά η νύφη του, η Θάλεια, δεν αισθανόταν πολύ καλά κι έτσι το αναβάλανε. Όχι για αυτήν την Κυριακή όμως, γιατί έχουν κανονίσει να πάνε για μπάνιο με κάτι φίλους. Τον γιό του τον βλέπει κάθε μέρα. Μάλιστα τον βλέπει δύο φορές τη μέρα. Μια όταν περνάει για να πάει στη δουλειά, και μια όταν γυρνάει. Μερικές φορές όμως πάει νωρίτερα ή αργεί, και μερικές σχολάει πιο νωρίς, ή πιο αργά. Έτσι ο κυρ-Γεράσιμος περιμένει στο μπαλκόνι κάθε μέρα μια ώρα νωρίτερα. Και μόλις ο Χρηστάκος περνάει, του φωνάζει καλημέρα, τον χαιρετάει, του λέει τα νέα του καθώς ξεμακραίνει. Αυτό είναι που του είχε λείψει όσο καιρό του απαγόρευε ο γιατρός να βγει στο μπαλκόνι. Έκανε εγχείρηση στην καρδιά και δεν έκανε. Δεν μπορούσε κιόλας. Και τώρα του λέει ο γιατρός πως δεν κάνει να αλλάζει συχνά θερμοκρασία και να βγαίνει στο κρύο από τη ζέστη του καλοριφέρ τους χειμώνες, αλλά ποιος νοιάζεται… «Εγώ θέλω να δω τον γιό μου, τι με νοιάζει τι λέει ο γιατρός; Αυτός δεν τον βλέπει δηλαδή τον δικό του;» …
«Όταν πέθανε η Στέλλα, η γυναίκα μου, τα παιδιά μου ήταν 5 και 7 χρονών. Εγώ τα μεγάλωσα και τα φρόντισα. Κατάφεραν να κάνουν τη δική τους οικογένεια και να είναι ευτυχισμένα. Τι να με κάνουν εμένα μεγάλο άνθρωπο μές τα πόδια τους; Ούτε εγώ θέλω να ανακατεύομαι. Μόνο να βοηθάω. Ό,τι σύνταξη παίρνω στο γιο μου τη δίνω. Δίνει τα 300 ευρώ για το νοίκι μου, παίρνω και τα φάρμακα, κάνω και κάτι λίγα ψώνια να ‘χω να περνάω, κι ό,τι μείνει, που τι νομίζει ότι μένει, του το δίνω για χαρτζιλίκι. Παράπονο δεν έχω. Και δυο φορές το μήνα με καλούνε να φάμε, και τα εγγονάκια μου τα βλέπω τότε, και κάθομαι και μέχρι το απόγευμα μαζί τους. Και τις γιορτές μαζί τις περνάμε. Φέτος τα Χριστούγεννα φάγαμε μαζί. Και το Πάσχα. Μόνο το καλοκαίρι στεναχωριέμαι λίγο γιατί κάνω καιρό να τους δω. Πάνε και διακοπές, πάνε και εκδρομές, πάνε και για μπάνιο. Τί να κάνουν να κάτσουν στην Αθήνα; Πώς να τη αντέξεις τόση ζέστη; Ιούνιος είναι ακόμα κι όμως σκάμε. Μπορεί φέτος να πάω κι εγώ για μπάνιο. Σκέφτομαι να τους πω να με πάρουν κι εμένα καμιά φορά μαζί. Έχω δέκα χρόνια να πάω στη θάλασσα. Κολύμπαγα μικρός ξέρεις. Ναι… ήμουν και καλός μάλιστα! Θα του το πω το βράδυ που θα περάσει πάλι. Να, αφού θα πάνε την Κυριακή, αν μπορούν να με πάρουν κι εμένα.»

Ανέβηκα για να δώσω τα χάπια κι έκατσα δυο ώρες. Του ζήτησα να ξαναπεράσω και του υποσχέθηκα πως θα του φτιάξω σοκολατάκια με την «ειδική» ζάχαρη γιατί έχει ζάχαρο. Και γλυκατζής με ζάχαρο είναι κατάρα!
Δεν ξέρω αν τον πήρανε μαζί για μπάνιο. Δεν ήθελα να περάσω την Κυριακή και να τον δω πάλι στο μπαλκόνι…

7 σχόλια:

Μαμά...δες, Μπαμπά...δες! είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
philos είπε...

Εικόνες ζωντανές που μας στιγματίζουν για πάντα. Υπέροχο το κειμενό σου! Διαφορετικό αλλά αληθινό!
Καλό σου απόγευμα!

ps (με τον κανονικό λογαριασμό μου!) ;)

NISPELL είπε...

!................:-)

Christina Markoulaki είπε...

Πολύ όμορφο κείμενο όντως... και συγκινητικό! Σε ευχαριστούμε πολύ!

silly redhead* είπε...

Εγώ ευχαριστώ που περάσετε. :)
Πολλά χαμόγελα και μια γλυκιά καληνύχτα.

dorapap είπε...

μου βγηκε αυθόρμητα ενα χαμογελο αλλα και μια μελαγχολία μαζι... όμορφο κειμενο πολυ...

RedHat είπε...

Καλημέρα..... μου στείλανε το ποστ με μαιηλ για να το διαβάσω (και πολύ καλά κάνανε).
Ζωγράφισες με λέξεις υπέροχες εικόνες γεμάτες θλίψη αλλά και αισιοδοξία.
Χαρηκα που σε συνάντησα.
Να εισαι καλά.