Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2010

Και εμένα τί με νοιάζει;

Λυπούμαστε ανθρώπους που έχουν κάποιο πρόβλημα. Απλώνουμε το χέρι μας σε κάποιον που πάσχει από καρκίνο, δίνουμε το χέρι μας για στήριγμα σε κάποιον που έχει σπάσει το πόδι του. Αν όμως ζητήσει βοήθεια κάποιος ναρκομανής, προσπερνάμε. Γυρνάμε εκνευρισμένοι το κεφάλι, αρκετές φορές βρίζουμε, κάνουμε μεταβολή και φεύγουμε. Μας χάλασε την ηρεμία…

Απαξιούμε να δώσουμε σημασία στην πιο σοβαρή αρρώστια των ημερών μας. Θεωρούμε πως οι άνθρωποι αυτοί κάνανε τις επιλογές τους, διάλεξαν το δρόμο των ναρκωτικών. Λες και διαλέγει κάποιος από μόνος του, συνειδητά, το δρόμο του θανάτου. Θα έμπαινε κάποιος σ’ ένα τούνελ που οδηγεί στην κόλαση χωρίς να έχει γυρισμό. Αδυνατούμε να νιώσουμε αυτούς τους ανθρώπους, αδιαφορούμε, δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Απλά και μόνο επειδή δεν μας έχει ακόμα χτυπήσει την πόρτα. Όταν όμως το κάνει, θα είναι τόσο αδύναμο που δεν θ’ ακούσουμε τον ήχο, δεν θ’ ακούσουμε το χτύπο, δεν θα προλάβουμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εμείς, που τους οδηγούμε εκεί. Εμείς, που απαρτίζουμε αυτή την κοινωνία αναισθησίας, την κοινωνία των «κάποιων». Με μάσκες επιτυχίας στο δρόμο, με μάσκες σιγουριάς, εγωισμού, καταξίωσης, που τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Ευαισθησίες και συναισθήματα πεταμένα στους κάδους σκουπιδιών να μη φανεί ποτέ ότι τα είχαμε, ότι τα κρύβαμε. Αποστειρωμένη κοινωνία, άνθρωποι σε ρόλους καθημερινά. Από πότε η ανθρωπιά έγινε αδυναμία, από πότε η ευαισθησία έγινε αδυναμία, κι από πότε οι αδυναμίες έγιναν λόγος να υποτιμάται ένας άνθρωπος; Ποιος δεν έχει ανασφάλειες, ποιος δεν έχει δεύτερες σκέψεις, άλυτα στο κεφάλι του θέματα; Αυτά είναι όμως που μας κάνουνε ανθρώπους, που μας καθιστούν διαφορετικούς, μοναδικούς. Σήμερα είναι κατακριτέο να μην αγγίζεις την τελειότητα. Είναι κατακριτέο να είσαι μετανάστης, να είσαι παιδί χωρισμένων γονιών, παιδί ανύπαντρης μητέρας, να μην έχεις χρήματα, να είσαι νέος. Αντί να δώσουμε ώθηση στα παιδιά, να τους κρατήσουμε το χέρι και να τα σπρώξουμε, τα ανεβοκατεβάζουμε άχρηστα. Λέμε τους νέους που δεν βρίσκουν δουλειά τεμπέληδες, σάμπως ευθύνονται αυτοί για το 13%. Κι η μόνη λύπηση που δείχνουμε είναι όταν μιλάνε. Όταν μιλάνε για έρωτα, για φιλία, για αγάπη. Τότε τους λυπόμαστε. Γιατί ω, Θεέ, πόσο αδύναμος όποιος πιστεύει στη φιλία. Πόσο ηλίθιος όποιος αγαπήσει. Πόσο για λύπηση , πόσο εξαρτημένος. Γαμημένη υποκρίτρια κοινωνία.

Και μετά ψάχνουν διέξοδο, και μετά ψάχνουν ένα μέρος ν’ ανήκουν, μια ομάδα να μοιραστούν τα όνειρά τους, ένα δικό τους κόσμο, να ονειροπολήσουν, να χαθούν, να αφεθούν, να ταξιδέψουν. Κι όσοι είναι σε θέση να βγουν, όσοι είναι ακόμα στην αρχή του τούνελ, δεν θέλουν, τους αρέσει. Νιώθουν ανάλαφροι, νιώθουν ελεύθεροι. Μακριά από σκοτούρες, μακριά από τον πόνο, μακριά από τον κόσμο που τους γύρναγε την πλάτη. Μα όταν σκοτεινιάσει πολύ και θελήσουνε να βγουν είναι αργά. Ανίκανοι να βρουν τη έξοδο, ανίκανοι να γυρίσουν. Κι εμείς εκεί, δίπλα, να επιβεβαιώνουμε για άλλη μια φορά τις αρχικές τους σκέψεις, να ρίχνουμε κι άλλο σκοτάδι στη ζωή τους. Κανείς μας δεν απλώνει το χέρι, κανείς δεν βοηθάει. Ολοκληρωτικά ξεγραμμένοι πλέον από μας, την «αφρόκρεμα», τους «ανώτερους», τους ηλίθιους. Όλοι εμείς με την υπέροχη, σωστή, βήμα-βήμα προγραμματισμένη ζωή μας, εξευτελιστικά πολυάσχολοι για να κάνουμε κάτι.

Και μετά φτάνει στη δικιά σου πόρτα… Σε σένα, τον τέλειο γονιό, τον σωστό αδερφό, τον ανοιχτόμυαλο φίλο. Σε σένα που μέχρι πρότινος γύρναγες την πλάτη. Τώρα είναι το δικό σου παιδί, ο δικός σου αδερφός, ο δικός σου φίλος. Τρέχεις να σώσεις ό,τι μπορείς, μοιράζεις ευθύνες, τα βάζεις με όλους. Σπάνια με τον εαυτόσου, σπάνια με τις δικές σου επιλογές. Κι όταν φύγει από τη πόρτα σου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ξανακλείνεις τα μάτια, αρνείσαι ότι συνέβη, ράβεις το στόμα και προχωράς.

Μπράβο μαλάκα.