Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

Μάθημα ζωής

Είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει από ώρα, φαινόταν από τις λακκούβες που είχαν γεμίσει νερό στην πλατεία Κλαυθμώνος. Έχοντας ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κατάφερα να κλείσω 8ωρο ύπνου, η πιθανότητα να συνεχίσω το περπάτημα μέχρι το 112 ατύχησε.

Βγήκα στην λεωφόρο και σταμάτησα το πρώτο ταξί που περνούσε. Ναι, υπέκυψα στο πάθος μου ξανά. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου όταν άνοιξα την πόρτα. Ίδιο μ’ αυτό που διαπερνάει όσους είναι στο πρώτο στάδιο της απεξάρτησης.- Όσους κατάφεραν να φτάσουνε μέχρι εκεί. Οι άλλοι δεν ζήτησαν ακόμα βοήθεια. Κι αυτοί που το ‘καναν ακόμα περιμένουν. Λες και δεν περίμεναν ήδη μια ζωή. Λες κι έχουνε χρόνο να περιμένουν. Λες κι έχουνε αυτή την πολυτέλεια. Το κράτος πρόνοιας. Που σέβεται τους πολίτες. Που βοηθάει τους πολίτες.-

Κάθισα στο μπροστά κάθισμα. Νοσταλγία, παρελθόν, παλιά συναισθήματα.

Περίεργες μελωδίες έπαιζαν μέσα στο ταξί. Ξένοι ήχοι, μελαγχολικοί, με λόγια που αδυνατούσα να καταλάβω. Όμορφοι όμως, ταξιδιάρικοι, νοσταλγικοί. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον οδηγό. Ξένος κι αυτός, διαφορετικός, ταξιδεμένος. Από κάποιο μέρος της Αφρικής. Με ρώτησε πού πάω, του είπα Ιπποκράτους. Ξεκίνησε αμέσως. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, μαγεύτηκα από τους ήχους, ξεχάστηκα, και άρχισα να χαζεύω έξω από το παράθυρο τους βρεγμένους δρόμους.

-Είσαι καλά;

Ξυπνώντας με από το ταξίδι μου, ρώτησε αν μου συμβαίνει κάτι.

Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Απάντησα ναι και συνέχισα να παρατηρώ, να σκέφτομαι, να παρασύρομαι από την ξένη αυτή μουσική. Στο τηλέφωνο μου είπανε οι φίλοι πως ήταν ακόμα Πατησίων.

-Τελικά πάμε Πατησίων.

-Τι πας να κάνεις εκεί; Δεν έχεις κλειδιά;

-Είναι κάτι φίλοι και με περιμένουν.

-Φίλοι; Τι όμορφο πράγμα οι φίλοι. Τι ωραίο να έχεις φίλους. Κάποιον να σε νοιάζεται. Είσαι πολύ τυχερή. Άσχημο πράγμα η μοναξιά. Δεν αντέχεται.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα. Και κάπου εκεί σταμάτησα να παρατηρώ τους δρόμους κι έστρεψα την προσοχή μου σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Πόσα μπορεί να έχει να πει, πόσα μπορεί να τον βασανίζουν.

Δύο λεπτά αργότερα σταματήσαμε σ’ ένα φανάρι. Οι επιβάτες από το δίπλα αυτοκίνητο κοίταζαν περίεργα…

-Να, κοίτα, οι δίπλα μας κοιτάνε. Γιατί άραγε;… Εσένα θα κοιτούν, εσύ θα τους φαίνεσαι περίεργη.

Το είπε με τόσο πόνο, με τόση θλίψη, κι όμως, είχε ζωγραφισμένο ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Πόση δύναμη αυτοί οι άνθρωποι. Πάνω που πήγα να μιλήσω, πριν προλάβω να αρθρώσω την παραμικρή λέξη, συνέχισε.

-Ζω για τη στιγμή που θα σταματήσουν να με κοιτάνε περίεργα. Για τη μέρα που θα οδηγώ στο δρόμο και δεν θα γυρνάνε όλοι να με κοιτάνε. Που θα μπορώ να περνάω έστω και για μια στιγμή απαρατήρητος.

Φτάνοντας στον προορισμό μας έψαχνε να βρει να μου δώσει 5 λεπτά για ρέστα…

Με καληνύχτισε, περίμενε να με δει να μπαίνω στο μαγαζί και χάθηκε. Έμεινα σοκαρισμένη, έμεινα να σκέφτομαι. Διηγήθηκα την ιστορία στους 2 φίλους που ήτανε στο μαγαζί μη μπορώντας ακόμα να συνέλθω από τα λόγια αυτού του ανθρώπου. Ο ένας γύρισε και με ρώτησε αν κράτησα τα στοιχεία του για να τον βρω να μιλήσουμε, να μάθω για τη ζωή του. Επίδοξος δημοσιογράφος είσαι μου λέει, αυτό θες να ακολουθήσεις, αν δεν το κάνεις από τώρα πώς θα μάθεις να γράφεις άρθρα, να βγάζεις ρεπορτάζ;

Δεν ήθελα να τον κάνω άρθρο, δεν ήθελα να μάθω περισσότερα για αυτόν. Χάνεται η μαγεία αν το ψάξεις, χάνεται η δύναμη της ιστορίας, η δύναμη και το κουράγιο αυτού του ανθρώπου. Δεν θέλω να γίνει άλλος ένας από αυτούς που μιλούν για τα βάσανά τους, για τη ζωή που άφησαν πίσω στη χώρα τους, που λένε τ’ όνομά τους.

Αυτός δεν χρειαζότανε να πει πολλά. Με δυο φράσεις καταλάβαινες τα πάντα. Τον πόνο που νιώθει, τις κακουχίες που έχει περάσει, το ρατσισμό που έχει υποστεί. Όλα πάνω του. Όλα στο πετσί του. Άνθρωπος πεταμένος από την κοινωνία. Άνθρωπος περιθωριοποιημένος. Από αυτούς που όταν τους πετύχεις στο δρόμο μπορεί και ν’ αλλάξεις πεζοδρόμιο, να κρατήσεις ενστικτωδώς την τσάντα πιο σφιχτά, να γυρίσεις με τρόπο το κεφάλι να δεις αν σε ακολουθούν.

Αν αρχίσω ξανά να παίρνω ταξί θα είναι εξ αιτίας του. Θα είναι για αυτόν. Μήπως και σταθώ τυχερή και τον ξαναπετύχω, μήπως και με ταρακουνήσει ξανά, μήπως και πάρω πάλι ένα μάθημα. Από αυτά που δεν μπορείς να πάρεις σε μια τάξη, σ’ ένα σχολείο ή σ’ ένα πανεπιστήμιο. Μόνο αρχαία εκεί, μόνο μαθηματικά, μόνο θεωρίες. Τίποτα για την κοινωνία μας, τίποτα για κόσμο, ούτε λέξη για τα χάλια μας. Παιδεία του κώλου. Ποτέ δεν άνοιξε τα μάτια των παιδιών, ποτέ δεν άνοιξε έστω και λίγο τους ορίζοντές μας. Αλλιώς δεν θα χαμε γεμίσει τόσα ζώα. Αλλιώς θα ήμασταν άνθρωποι.

Ένα μάθημα ζωής.



1 σχόλιο:

Ιδιοσυχνότητα είπε...

Δεν νομίζω ότι φταίει η παιδεία μας, στο πανεπιστήμιο και στο σχολείο σου μαθαίνουν να ακούς και να επεξεργάζεσαι, αν θα επιλέξεις παρ' όλα αυτά να γίνεις "ζώο", η ευθύνη είναι δική σου και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία.