Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

Ωραία ονόματα. "Φροντίδα", "Αγάπη" ...

Έχω περπατήσει αμέτρητες φορές στην Κηφισίας, έχω περάσει αμέτρητες φορές απ’ το γηροκομείο που στεγάζει τόσους ηλικιωμένους ανθρώπους. Κι όμως, ελάχιστες φορές έστριψα το κεφάλι μου, ελάχιστες φορές αφιέρωσα έστω και μερικά δευτερόλεπτα για να κοιτάξω τη βαριά σιδερένια πόρτα. Κι είναι από τα μεγαλύτερα γηροκομεία στην Αθήνα, από τα πιο επιβλητικά. Καμία σημασία. Πλευρά της ζωής μου που έχω αρνηθεί. Μέρη που έχω θάψει. Στην οικογένεια μου υπάρχει μια κατάρα. Ή που θα φύγεις κάπου στην ηλικία των 20, ή που θα πατήσεις τα 90 και θα καταλήξεις σε κάποιο γηροκομείο. Είτε επειδή τα παιδιά σου σε στέιλανε είτε επειδή το ήθελες εσύ. Τρανό παράδειγμα η προγιαγιά μου. Όσο μποι της έλειπε, (είχε μαζέψει στα 90) όση δύναμη της έλειπε, τόσο πιο πολύ φώναζε για να τη στείλει ο παππούς μου σε κάποιο από αυτά τα ιδρύματα.
Χτυπιότανε μέσα σε ταξί τα ξημερώματα και απειλούσε πως αν δεν την βάζαμε σε γηροκομείο θα πήγαινε σε μοναστήρι. Νομίζω πως αυτή ήταν η χαριστική βολή για το σοι μου. Να δει τη γιαγιά καλόγρια. Κι έτσι την πήγαμε. Κι εκεί ήταν η πρώτη μου επαφή με αυτού του είδους τα ιδρύματα. Μέρη άσχημα, ψυχρά, λευκά, μοναχικά. Με φυτεμένα δεντράκια και γλαστρούλες να δίνουν μια υποτιθέμενη ζωντάνια στον λευκό τάφο. Σιχάθηκα τη ζωή μου. Η γιαγιά μου χαιρόταν. Μίσησα τον κόσμο που βάζει τους πατεράδες-μαμάδες κτλ εκεί μέσα και δεν πάει ποτέ να τους επισκεφτεί. Όλοι στις μέρες μας μιλάνε για την οικονομια, για την πολιτική, για τα ναρκωτικά, για τους ανήλικους που καπνίζουν, για τις μάστιγες της εποχής. Κανείς για αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς για αυτό το θέμα που είναι μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες αυτή τη στιγμή. Άνθρωποι που έχουν ζήσει χρόνια, άνθρωποι που μας έχουν μεγαλώσει, που έχουν παλέψει, έχουν μοχθήσει, έχουν πονέσει, στοιβάζονται σε σπίτια, πολυκατοικίες, ιδρύματα, περιμένοντας κάποιον να τους επισκεφτεί. Κάποιον να τους μιλήσει. Κάποιον να τους δώσει λίγη αγάπη, λίγη σημασία. Έστω για πέντε λεπτά, έστω για μια φορά.
Κι έρχονται τα Χριστούγεννα, έρχονται οι γιορτές και μας κατακλύζουν με διαφημίσεις με γιαγιάδες που στέκονται πάνω από τηλέφωνα βουβά. Που περιμένουν με τη μαύρη ρόμπα τους και το άσπρο μαλλί, καθισμένες στην κουνιστή τους πολυθρόνα, ένα χτύπο, έναν άνθρωπο. Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα, αυτή είναι η αγάπη μας, μέχρι εκεί φτάνει ο ελεύθερος μας χρόνος. Κι έπειτα έρχεται και το καλοκαίρι. Αλλά πού καιρός για αυτούς τους ανθρώπους; Τώρα έχουμε τις θάλασσες και τα γαλάζια τους νερά. Έχουμε το γκόμενο, τα παιδιά, τα σκυλιά, τους φίλους. Δεν προλαβαίνουμε να τους δούμε. Από Σεπτέμβρη. Θα πάρουμε ένα κουτί πτι-μπερ, μια κολόνια λεβάντα και θα πάμε να πιούμε έναν καφέ. Τόσα χρειάζονται. Τόσα τους είναι αρκετά. Δε βαριέσαι… Γιατί να κουραστώ παραπάνω;

1 σχόλιο:

Marina είπε...

Με πόνεσε το σκληρό σου άρθρο. Σκληρό για το κόσμο που ζούμε. Η θεία μου έβαλε τη γιαγιά μου σε ίδρυμα-γηροκομείο όταν η τελευταία πάτησε τα 90, γιατί δεν την ήθελε πιά, γιατί κατουριόταν και δεν ήθελε να της πάρει νοσοκόμα. Εμεινε εκεί η γιαγιά, 2 χρόνια. Τόσο της πήρε η κατάκλιση για να την σκοτώσει. Η θεία και κόρη της ποτέ δεν πάτησε. Δεν την ενδιέφερε πιά. Πηγαίναμε με τη μαμα να τη δούμε, να τη πλύνουμε, να την αλλάξουμε. Αυτή η γιαγιά ήταν η πεθερά της μητέρας μου. Η βρωμιά και η ξινίλα θα μου μείνουν στη μνήμη μου αξέχαστα.
Οπως αξέχαστη θα μου μείνει η αδιαφορία των παιδιών της. Αφού της φάγανε τα λεφτά τη πέταξαν να σαπίσει.