Πέμπτη, Ιουλίου 22, 2010

Η κάθε κυρά-Μαριγώ.

Θα στο παίξω παντελώς άσχετη, εντελώς ντεκαπαρισμένη, πες ότι μ‘έχει βαρέσει κι ο ήλιος στο κεφάλι. Καλοκαίρι είναι δικαιολογούμαι. Στη θάλασσα τη βγάζω, δικαιολογούμαι. (οκ, το ότι ψάχνω τον ίσκιο της μουριάς για να μη γίνω σαν την Πίπη τη φακιδομύτη είναι άλλου παπά ευαγγέλιο) Θα σου πω πώς βλέπω εγώ τη χώρα τούτη, μέσα από δυό μάτια ενός ανθρώπου που δεν σκαμπάζει γρι από πολιτική, ξέρει μόνο τί βράζει μες την κατσαρόλα του, και πώς να πάει τα παιδιά του στην άλλη άκρη για να παίξουν, τώρα που το πάρκο-παιδική χαρά της γειτονιάς έγινε γκαράζ.
Να σε βάλω λίγο στο κλίμα να πιάσεις την εικόνα. Φαντάσου με με ποδιά, (όχι αυτήν τη παιχνιδιάρικη που φοράω συνήθως όταν μαγειρεύω), φαντάσου με με την ποδιά της κυρά-Κατίνας, (όποια κι αν είναι αυτή κι έχει γίνει τόσο γνωστή)ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, απ’ αυτά τα ωραία, τα βιλαντζιώτικα που κυκλοφορούνε μόνο σε βουνά, λαγκάδια άντε και καμιά μικρή πεδιάδα, και με καμιά ντουζίνα κουτσούβελα αλά οικογένεια Χωραφά. Χέστο το debate, χέστο το πανεπιστήμιο, βράστα τα εξωτερικά, πες πώς δεν έχω πάει καν δημοτικό. Ντάξει μέχρι εδώ; Θαυμάσια.
Έχω έναν άντρα άνεργο τον τελευταίο χρόνο, και μετά το ΔΝΤ και πριν το ΔΝΤ. Μη μου πεις ότι 5 μήνες πριν ζούσαμε σαν πασάδες, μάτια μου, αλήθεια σου λέω δεν θα σε πιστέψω… Πες μου εσύ, για να ‘ρθω να σου πω κι εγώ μετά, γιατί ψήφισα τον παπάρα που ψήφισα. (Συγγνώμη για τη γλώσσα μου, κορίτσι πράμα!) Να ψηφίσω τον προηγούμενο; Μπα, τον είδα καλοταϊσμένο κι είπα να δοκιμάσω τον αδύνατο, που κάνει και ποδήλατο, κι όσο να πεις, λιγότερο θα θέλει να φάει. Ναι, αλλά πριν, το θρεφτάρι είχα ψηφίσει. Γιατί στον τόπο τούτον, μας έχουν πει πως το μήλο κάτω απ’τη μηλιά θα πέσει. Το δα έτσι στρουμπουλό, μου θύμισε το μήλο, και το σταύρωσα το βόδι. Και μετά με σταύρωσε αυτό. Κι ήρθα κι απόειδα και το ριξα στην άλλη τη μηλιά, στο άλλο το φρούτο. Και μου ‘φερε και τούτονε τον ΔΝΤ, και μου κοψε και τα επιδόματα, και μου ‘κοψε και τα δώρα, κι έκοψε και της μάνας μου το ΕΚΑΣ, κι έβαλε τον πατέρα μου να πάρει δάνειο, και ζήλεψα κι εγώ και πήρα μια πιστωτική, και τσαντίστηκε ο άντρας μου και πήρε κι αυτός, και το ‘δαν τα παιδιά μου και αρχίσαν να ζητάνε, και το ‘μαθε η συμπεθέρα, που για να μην μείνει πίσω, που ο άλλος ο παππούς πήρε δάνειο και παίρνει δώρα στα εγγόνια, έπρηξε το συμπέθερο να πάρουνε ένα καταναλωτικό, να έχουνε κι αυτοί για δώρα στην ντουζίνα, και πήρανε κι αυτοί, και πήραμε κι εμείς, και ζήσαμε εμείς σκατά κι αυτοί απόσκατα.
Λαχάνιασες; Εγώ να δεις που τρέχω να πληρώσω! Και θα τρέχω για πολύ ακόμα να σαι σίγουρος. Και θα ξανάρθουν εκλογές, και θα πάω να τον ξαναρίξω τον ρημαδιασμένο. Έλα, αφού το’χεις, σε βλέπω, τσακάλι είσαι… πού θα το ρίξω; Είτε στο μπλέ το πάρτι είτε στο πράσινο. (Μωρέ καλά κάνουνε στα εξωτερικά και τα λένε έτσι, το χουνε πιάσει το νόημα οι τύποι) Γιατί; Γιατί έχω κάλο στον εγκέφαλο κι άντε να μου τον εβγάλεις. Γιατί μου τάζουνε δημόσια και θέσεις εργασίας. (αυτό το ωραίο το δημόσιο, να σαι καλά Αντρέα.) Γιατί έχω παιδιά και είμαι μάνα. Γιατί είμαι άνθρωπος κι έχω σπίτι. Γιατί έχω τα δάνεια, τα καταναλωτικά, τις κάρτες, τους λογαριασμούς, το νοίκι, τις δόσεις του ψυγείου, τα υδραυλικά που χαλάσανε, την εφορία… Εγώ την πληρώνω την εφορία, είμαι φιλότιμη η πουτάνα. Αλλά και να μην ήμουν, εμένα θα με βρίσκανε και θα μου παίρνανε το σκύλο. Δεν έχω και τίποτα άλλο στ’όνομά μου. Έχω και κάτι παιδιά αλλά ποιος θα τα πάρει να τα ζήσει με το επίδομα που δίνουν; Ούτε για τα τσιγάρα τους-χμ.. συγγνώμη, τις τσίχλες τους- δεν φτάνουν. Ποιόν να ψηφίσω λοιπόν; Και να την ψηφίσω την πινέζα, σιγά μη βγει. Δεν φτάνει που είναι κοντή, είναι και κακόγουστη. Και να σου πω και την αλήθεια μάτια μου, ώρες-ώρες, χριστό δεν καταλαβαίνω απ’αυτά που λέει. Όλο για κάτι προλεταριάτα μιλάει, όλο για κάτι μπουρζουαζίες, όλο για κάτι εργαζόμενους. Άγνωστες λέξεις για μένα. Μη με κοιτάς, κι ο εργαζόμενος άγνωστη λέξη κοντεύει να γίνει στο σπίτι μας. Μετά τί; Το ΛΑΟΣ; Δεν μπορώ, πολύ φωνάζει ο τζουτζούκος-μπουμπουκος-μπαμπούκος-κλάιν. Άνθρωπο που φωνάζει, εγώ να τον ακούω κάθε μέρα στο τηλεκουτί δεν το μπορώ. Θα μου ξυπνήσει και το μωρό. Ένα από τα 4 σίγουρα. Άσε το άλλο. Και που φωνάζει τι λέει? Κάτι για Έλλην ακούω, κάτι για βιβλία και για Ακρόπολη. Μπα, καλύτερος ο Λιακόπουλος, πιο πειστικός. Άσε που φωνάζει και στον αδερφό του. Τέτοια παραδείγματα εγώ για τα παιδιά μου δεν θέλω. Καλύτερα το χοντρό, τότε τουλάχιστον τους έλεγα «Να, άμα φας όλο σου το φαί, θα γίνεις πρωθυπουργός.» Τον άλλονε τον εξυπνάκια που αλλάζει πουκάμισα, δεν τον εθέλω. Όι, όι σου λέω, δεν τον εθέλω. Να πάει να τα βρεί με τον άλλον με τα μούσια που το χουνε κάνει κωλοχανείο το πάρτι τους. Αν δεν βγάζουν άκρη μεταξύ τους εμένανε τη δόλια περιμένουν να τους σώσω; Ας βρούνε κανα κοριτσάκι που θα τον εμπερδέψει με το Ρουβά, να τον ψηφίσει.
Θυμάμαι τότε που γινότανε ο πανικός με τους αγρότες, τότε ντε, που σκάγανε τα λάστιχα, που κλείναμε τους δρόμους, που φωνάζαμε… Ά! Τι εποχές… Επί Πασοκ λέω, όχι για τα τελευταία. Τότε που θέλαμε να τους ρίξουμε την κυβέρνηση, τότε που δεν μας άκουγαν. Θυμάσαι; Κι εγώ θυμάμαι. Τι αγώνες, τι φωνές, τι πανικός! Ε, ντάξει μωρέ, μετά τους ξαναψήφισα. Και τι να ‘κανα;
Και τώρα έχουμε κι αυτούς του ξένους ,που ‘ρθανε και κάνουνε σουλάτσα εδώ μέσα. Και να τους διώξουμε δεν μπορούμε. Και να τους πούμε όχι δεν μπορούμε. Και να θέλαμε, μπρατσαρά το Γιωργάκη δεν τον λες, κι ας ξημεροβραδιάζεται στους διαδρόμους. (δεν εννοώ της Βουλής, μη νομίζετε ότι λέω και μαλακίες) Ε, και τι να γίνει; Πάλι κάποιον απ’αυτούς θα ψηφίσω.
Είπαμε… μάνα, σπίτι, παιδιά, αδέρφια, έξοδα, άδεια κατσαρόλα, άδεια όνειρα, άδεια ελπίδα…
Υ.Γ. Εδώ δεν έχει υστερόγραφα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.