Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2010

Και εμένα τί με νοιάζει;

Λυπούμαστε ανθρώπους που έχουν κάποιο πρόβλημα. Απλώνουμε το χέρι μας σε κάποιον που πάσχει από καρκίνο, δίνουμε το χέρι μας για στήριγμα σε κάποιον που έχει σπάσει το πόδι του. Αν όμως ζητήσει βοήθεια κάποιος ναρκομανής, προσπερνάμε. Γυρνάμε εκνευρισμένοι το κεφάλι, αρκετές φορές βρίζουμε, κάνουμε μεταβολή και φεύγουμε. Μας χάλασε την ηρεμία…

Απαξιούμε να δώσουμε σημασία στην πιο σοβαρή αρρώστια των ημερών μας. Θεωρούμε πως οι άνθρωποι αυτοί κάνανε τις επιλογές τους, διάλεξαν το δρόμο των ναρκωτικών. Λες και διαλέγει κάποιος από μόνος του, συνειδητά, το δρόμο του θανάτου. Θα έμπαινε κάποιος σ’ ένα τούνελ που οδηγεί στην κόλαση χωρίς να έχει γυρισμό. Αδυνατούμε να νιώσουμε αυτούς τους ανθρώπους, αδιαφορούμε, δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Απλά και μόνο επειδή δεν μας έχει ακόμα χτυπήσει την πόρτα. Όταν όμως το κάνει, θα είναι τόσο αδύναμο που δεν θ’ ακούσουμε τον ήχο, δεν θ’ ακούσουμε το χτύπο, δεν θα προλάβουμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εμείς, που τους οδηγούμε εκεί. Εμείς, που απαρτίζουμε αυτή την κοινωνία αναισθησίας, την κοινωνία των «κάποιων». Με μάσκες επιτυχίας στο δρόμο, με μάσκες σιγουριάς, εγωισμού, καταξίωσης, που τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Ευαισθησίες και συναισθήματα πεταμένα στους κάδους σκουπιδιών να μη φανεί ποτέ ότι τα είχαμε, ότι τα κρύβαμε. Αποστειρωμένη κοινωνία, άνθρωποι σε ρόλους καθημερινά. Από πότε η ανθρωπιά έγινε αδυναμία, από πότε η ευαισθησία έγινε αδυναμία, κι από πότε οι αδυναμίες έγιναν λόγος να υποτιμάται ένας άνθρωπος; Ποιος δεν έχει ανασφάλειες, ποιος δεν έχει δεύτερες σκέψεις, άλυτα στο κεφάλι του θέματα; Αυτά είναι όμως που μας κάνουνε ανθρώπους, που μας καθιστούν διαφορετικούς, μοναδικούς. Σήμερα είναι κατακριτέο να μην αγγίζεις την τελειότητα. Είναι κατακριτέο να είσαι μετανάστης, να είσαι παιδί χωρισμένων γονιών, παιδί ανύπαντρης μητέρας, να μην έχεις χρήματα, να είσαι νέος. Αντί να δώσουμε ώθηση στα παιδιά, να τους κρατήσουμε το χέρι και να τα σπρώξουμε, τα ανεβοκατεβάζουμε άχρηστα. Λέμε τους νέους που δεν βρίσκουν δουλειά τεμπέληδες, σάμπως ευθύνονται αυτοί για το 13%. Κι η μόνη λύπηση που δείχνουμε είναι όταν μιλάνε. Όταν μιλάνε για έρωτα, για φιλία, για αγάπη. Τότε τους λυπόμαστε. Γιατί ω, Θεέ, πόσο αδύναμος όποιος πιστεύει στη φιλία. Πόσο ηλίθιος όποιος αγαπήσει. Πόσο για λύπηση , πόσο εξαρτημένος. Γαμημένη υποκρίτρια κοινωνία.

Και μετά ψάχνουν διέξοδο, και μετά ψάχνουν ένα μέρος ν’ ανήκουν, μια ομάδα να μοιραστούν τα όνειρά τους, ένα δικό τους κόσμο, να ονειροπολήσουν, να χαθούν, να αφεθούν, να ταξιδέψουν. Κι όσοι είναι σε θέση να βγουν, όσοι είναι ακόμα στην αρχή του τούνελ, δεν θέλουν, τους αρέσει. Νιώθουν ανάλαφροι, νιώθουν ελεύθεροι. Μακριά από σκοτούρες, μακριά από τον πόνο, μακριά από τον κόσμο που τους γύρναγε την πλάτη. Μα όταν σκοτεινιάσει πολύ και θελήσουνε να βγουν είναι αργά. Ανίκανοι να βρουν τη έξοδο, ανίκανοι να γυρίσουν. Κι εμείς εκεί, δίπλα, να επιβεβαιώνουμε για άλλη μια φορά τις αρχικές τους σκέψεις, να ρίχνουμε κι άλλο σκοτάδι στη ζωή τους. Κανείς μας δεν απλώνει το χέρι, κανείς δεν βοηθάει. Ολοκληρωτικά ξεγραμμένοι πλέον από μας, την «αφρόκρεμα», τους «ανώτερους», τους ηλίθιους. Όλοι εμείς με την υπέροχη, σωστή, βήμα-βήμα προγραμματισμένη ζωή μας, εξευτελιστικά πολυάσχολοι για να κάνουμε κάτι.

Και μετά φτάνει στη δικιά σου πόρτα… Σε σένα, τον τέλειο γονιό, τον σωστό αδερφό, τον ανοιχτόμυαλο φίλο. Σε σένα που μέχρι πρότινος γύρναγες την πλάτη. Τώρα είναι το δικό σου παιδί, ο δικός σου αδερφός, ο δικός σου φίλος. Τρέχεις να σώσεις ό,τι μπορείς, μοιράζεις ευθύνες, τα βάζεις με όλους. Σπάνια με τον εαυτόσου, σπάνια με τις δικές σου επιλογές. Κι όταν φύγει από τη πόρτα σου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ξανακλείνεις τα μάτια, αρνείσαι ότι συνέβη, ράβεις το στόμα και προχωράς.

Μπράβο μαλάκα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 26, 2010

Σφραγισμένα στόματα

Η απελπισία αυτών των ανθρώπων είναι ολοφάνερη από το γεγονός και μόνο ότι θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που εμείς θέλουμε να φύγουμε άρον-άρον, την ώρα που βλέπουμε το μάλλον μας πιο μαύρο κι απ’ την καλιακούδα.

Πρόσωπα γεμάτα εικόνες, ζωγραφισμένες οι κακουχίες πάνω τους, στην κάθε ρυτίδα, στο κάθε σημάδι. Μάτια που ξεχειλίζουν πόνο και αγανάκτηση. Καρδιές γεμάτες δύναμη και κουράγιο, όνειρα ακουμπισμένα στη γαλανόλευκη που καίγεται.

Φύγανε απ’ το Ιράν για να γλιτώσουν, φύγανε για να βρούνε μια διέξοδο, μια πατρίδα να τους φιλοξενήσει , ένα χώμα να πατήσουν χωρίς ν’ αφήνουνε κηλίδες αίματος πίσω τους. Δύο μήνες στα Προπύλαια, τώρα γράφτηκε το άρθρο. Το τεύχος έχει λογικά κυκλοφορήσει από την προηγούμενη εβδομάδα, ένεκα η Ολλανδία, τώρα έπεσε στα χέρια μου. Ξεφυλλίζω την εφημερίδα και πέφτω πάνω σ’ αυτή τη σελίδα. Τρεις παράγραφοι και οχτώ πρόσωπα με ραμμένα στόματα. Δύο μήνες στημένοι, 10 μέρες απεργία πείνας, μισή σελίδα. Ακόμα και η διαφήμιση για το deree και για το smart περισσότερο χώρο πιάνει. Όταν ακόμα και τα ΜΜΕ μιας χώρας δεν ασχολούνται πώς περιμένουμε ν’ ασχοληθεί το κράτος; Δεν είναι δα και το νέο της χρονιάς πως για να δράσει η πολιτεία πρέπει να γίνει ντόρος, να γίνει σαματάς. Χωρίς χαμό δουλειά δεν γίνεται στη χώρα αυτή, σίγα το κρατικό μυστικό.



Υπέρμαχοι της δημοκρατίας, αυτοδιαφημιζόμενοι πρωτοστάτες της στη χώρα ετούτη, κι όμως, άνθρωποι που διώκονται για χρόνια, που μάχονται, δεν είναι αρκετοί για μας, δεν είναι άξιοι να πάρουν άσυλο. Εμείς οι βολεμένοι είμαστε καλύτεροι. Βουλιαγμένοι στον καναπέ μας αναμασάμε ό,τι μας ταΐζουν, ό,τι μας δείχνουν. Ανίκανοι και βαριεστημένοι να ανοίξουμε λίγο τα μάτια μας να κοιτάξουμε γύρω μας, πέρα από την κρεβατοκάμαρα του διπλανού και το βρακί της Τζούλιας, τη γόβα της Κορομηλά.

Ανίκανοι και βαριεστημένοι να δράσουμε. Όλα μασημένα, ετοιματζίδικα, στα πρόχειρα, στο πόδι. Όπως όλα τα βλαβερά, τα ανθυγιεινά.

Κι αρκούμαστε σ’ αυτήν μας την κατάντια. Ανοίγουμε την τηλεόραση και χαζεύουμε με τις ώρες σιδερωμένα πουκάμισα, περιφερόμενες γραβάτες. Δημοσιογράφους να χαϊδεύουν τα’ αφτιά πολιτικών και να μιλάν για πταίσματα.



Διαβάζω τα λόγια του Ribwar, «Λυπάμαι για τον Πλάτωνα και την ελληνική δημοκρατία.» Αντί να λυπόμαστε εμείς που έχουμε πιάσει τον πάτο τον απόπατο, λυπούνται αυτοί. Αντί να διαμαρτυρηθούμε εμείς που μας πηδάν τη χώρα το κάνουνε αυτοί.

Τολμήσανε να βοηθήσουνε έναν πολίτη. Έναν συμπολίτη μας. Οι αστυνομικοί απάντησαν με βία. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν. Να βγάζουνε τα γκλομπ και να χτυπάνε. Σάμπως τους έμαθε κανείς να μιλάνε; Εκπαίδευση για αγρίμια, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, ίχνος κατανόησης. Όπου ξένος, όπου αλλόθρησκος, όπου νέος. Όπου όνειρα και ιδέες, εκεί κι αυτοί. Εκπαιδευμένα ντόπερμαν που ξέρουν μόνο να γαυγίζουν και να δαγκώνουν. Ακόμα και το χέρι του αφεντικού, το χέρι που τα ταΐζει, την ίδια την Ελλάδα. Μια χώρα είναι οι πολίτες της, μια χώρα είναι οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν, κι αυτοί ορίζουν Κι όμως, εδώ, τώρα, αυτοί που είναι για να προστατεύουν χτυπάνε. Εξουσία δοσμένη σε χέρια τραμπούκων ντυμένων στα μπλε.

Κουστουμαρισμένη δημοκρατία μ’ ένα σακάκι που μας πνίγει. Κι ενώ ασφυκτιούμε δεν το βγάζουμε ,απλά και μόνο γιατί φαίνεται ωραίο στον καθρέφτη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 18, 2010

Από το α' πρόσωπο στο γ' .

Πρώτο κείμενο φίλε που δεν είναι για αυτόν. Πρώτο κείμενο που δεν μιλάω σ’ αυτόν. Έψαχνες τρίτα πρόσωπα; Να φύγει το α ενικό; Να μην μιλάω πιά για μένα.
Δεν θες να μπλέξουν τα ονόματα. Δεν θες να μπλέξουνε οι χαρακτήρες. Έχω καιρό να παίξω με πρόσωπα. Έχω καιρό να μπω σε ρόλους.
Δεν θέλει να το ξεκινήσει, δεν θέλει να ξανακρυφτεί. Κουράστηκε να χώνεται σε τρύπες, κουράστηκε να ψάχνει χαραμάδες, βαρέθηκε το στρίμωγμα στα κενά. Στις ώρες που περισσεύουν, στα λόγια που περνούν και φεύγουν. Στις πράξεις που είναι της στιγμής.
Με τις ώρες τους όλα. Με τις στιγμές τους. Ήρθε ο καιρός ν’ αλλάξει η δομή, ήρθε ο καιρός να μπούνε νέοι ρόλοι. Νέοι πρωταγωνιστές.
Πρώτες δειλές λέξεις, πρώτα δειλά βήματα. Συναίσθημα ίδιο με αυτό που έχεις όταν πας στον επόμενο. Την παράξενη ανατριχίλα, το μούδιασμα όταν πρωτοφιλάς τον καινούργιο. Απ’ τη μια ξένο, απ’ την άλλη ελκυστικό. Ώρες-ώρες παράνομο, απαγορευμένο, ριψοκίνδυνα όμορφο…
Γλυκό, παράξενο, άγνωστο.
Ψάχνεις απ’ την αρχή πατήματα, μπουσουλάς μέχρι να σηκωθείς ξανά στα δυό σου πόδια, εξερευνείς. Περνάς τα χέρια σου πάνω στο καινούργιο σώμα, αγγίζεις το νέο, χαμογελάς.
Διαφορετικό άρωμα, διαφορετική αίσθηση, διαφορετική διάθεση.
Μέχρι να ξεκινήσεις ξανά, μέχρι να βρεις το επόμενο, χαλαρώνεις. Απολαμβάνεις τις στιγμές σου. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Πάντα κάτι στα σκαριά. Πάντα κάτι να σε τρώει, πάντα κάπου να διστάζεις.
Κι όμως, δεν θ’ αργήσει, θα ξυπνήσει πάλι ο Βελζεβούλης μέσα της.
Σκόρπιες εκφράσεις, σκόρπια λόγια, σκόρπιες λέξεις και εκφράσεις. Πώς να τα βάλει σε σειρά, πώς να τα τακτοποιήσει; Λες και υπήρξε ποτέ τίποτα τακτοποιημένο στη ζωή της, στις κινήσεις της, στα θέλω της. Τάξη όχι. Ξεκαθάρισμα ναι. Πόσο μισεί τα μισόλογα, πόσο σιχαίνεται τα μπερδέματα. Προσαρμοστικότητα στο έπακρο τέτοιες στιγμές, σε τέτοιες καταστάσεις.
Κι ό,τι κι αν κάνει κι ο ένας, ο όποιος, ο κάποιος, κι ότι κι αν κάνει κι αυτή, τουλάχιστον δεν θα μυρίζει ναφθαλίνη.

Το κείμενο ήταν ήδη έτοιμο ν’ανέβει από χτες το βράδυ. Τα πλήκτρα του υπολογιστή έμενε να πατηθούν κι όμως την πρόλαβε. Για αυτό δεν απάντησε, για αυτό δεν συμμετείχε ενεργά, για αυτό δεν μίλαγε πολύ. Είχε διαβάσει λίγες ώρες πριν…
Χαμογέλαγε μ’ αυτή την έκφραση στο πρόσωπο που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Φερμάροντας τις λέξεις, τις προτάσεις, τη σειρά. Αναπόφευκτο. Όταν ξέρεις κάποιον ψάχνεις να τον βρεις σ’ αυτά που γράφει. Και μετά κάτι άλλο, κάτι παραπάνω, που ενώ μοιάζει διαφέρει. Απαθανατίζεις, απαγκιάζεις, απεικάζεις και συνεχίζεις την ανάγνωση.
Κι όταν σταματάει θέλει κάτι να πει, αλλά όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσει δεν αρκούν. Δεν ξέρει πώς να τις ταιριάξει, δεν ξέρει πώς να τις τακτοποιήσει. Είπαμε, ποτέ δεν μπόρεσε σε τίποτα να βάλει τάξη. Στρατοπαιδεύω στο δικό μου σεπαρέ λοιπόν, για να μιλήσω με λέξεις που χρησιμοποιείς κι εσύ, και καταφεύγω στο χαρτί. Πάλι πρόσωπα εναλλάσσονται, πάλι ρόλοι παίζονται, πάλι απορεί. Μαθαίνοντας λίγο ακόμα για έναν άνθρωπο, μαθαίνοντας λίγο ακόμα έναν άνθρωπο. Αν δεν απείχα από το αλκοόλ, θα άνοιγα ένα ουίσκι. Θα μείνω όμως με το χαμόγελο και τον καπνό.

Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2010

Μάθημα ζωής

Είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει από ώρα, φαινόταν από τις λακκούβες που είχαν γεμίσει νερό στην πλατεία Κλαυθμώνος. Έχοντας ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κατάφερα να κλείσω 8ωρο ύπνου, η πιθανότητα να συνεχίσω το περπάτημα μέχρι το 112 ατύχησε.

Βγήκα στην λεωφόρο και σταμάτησα το πρώτο ταξί που περνούσε. Ναι, υπέκυψα στο πάθος μου ξανά. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου όταν άνοιξα την πόρτα. Ίδιο μ’ αυτό που διαπερνάει όσους είναι στο πρώτο στάδιο της απεξάρτησης.- Όσους κατάφεραν να φτάσουνε μέχρι εκεί. Οι άλλοι δεν ζήτησαν ακόμα βοήθεια. Κι αυτοί που το ‘καναν ακόμα περιμένουν. Λες και δεν περίμεναν ήδη μια ζωή. Λες κι έχουνε χρόνο να περιμένουν. Λες κι έχουνε αυτή την πολυτέλεια. Το κράτος πρόνοιας. Που σέβεται τους πολίτες. Που βοηθάει τους πολίτες.-

Κάθισα στο μπροστά κάθισμα. Νοσταλγία, παρελθόν, παλιά συναισθήματα.

Περίεργες μελωδίες έπαιζαν μέσα στο ταξί. Ξένοι ήχοι, μελαγχολικοί, με λόγια που αδυνατούσα να καταλάβω. Όμορφοι όμως, ταξιδιάρικοι, νοσταλγικοί. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον οδηγό. Ξένος κι αυτός, διαφορετικός, ταξιδεμένος. Από κάποιο μέρος της Αφρικής. Με ρώτησε πού πάω, του είπα Ιπποκράτους. Ξεκίνησε αμέσως. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, μαγεύτηκα από τους ήχους, ξεχάστηκα, και άρχισα να χαζεύω έξω από το παράθυρο τους βρεγμένους δρόμους.

-Είσαι καλά;

Ξυπνώντας με από το ταξίδι μου, ρώτησε αν μου συμβαίνει κάτι.

Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Απάντησα ναι και συνέχισα να παρατηρώ, να σκέφτομαι, να παρασύρομαι από την ξένη αυτή μουσική. Στο τηλέφωνο μου είπανε οι φίλοι πως ήταν ακόμα Πατησίων.

-Τελικά πάμε Πατησίων.

-Τι πας να κάνεις εκεί; Δεν έχεις κλειδιά;

-Είναι κάτι φίλοι και με περιμένουν.

-Φίλοι; Τι όμορφο πράγμα οι φίλοι. Τι ωραίο να έχεις φίλους. Κάποιον να σε νοιάζεται. Είσαι πολύ τυχερή. Άσχημο πράγμα η μοναξιά. Δεν αντέχεται.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα. Και κάπου εκεί σταμάτησα να παρατηρώ τους δρόμους κι έστρεψα την προσοχή μου σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Πόσα μπορεί να έχει να πει, πόσα μπορεί να τον βασανίζουν.

Δύο λεπτά αργότερα σταματήσαμε σ’ ένα φανάρι. Οι επιβάτες από το δίπλα αυτοκίνητο κοίταζαν περίεργα…

-Να, κοίτα, οι δίπλα μας κοιτάνε. Γιατί άραγε;… Εσένα θα κοιτούν, εσύ θα τους φαίνεσαι περίεργη.

Το είπε με τόσο πόνο, με τόση θλίψη, κι όμως, είχε ζωγραφισμένο ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Πόση δύναμη αυτοί οι άνθρωποι. Πάνω που πήγα να μιλήσω, πριν προλάβω να αρθρώσω την παραμικρή λέξη, συνέχισε.

-Ζω για τη στιγμή που θα σταματήσουν να με κοιτάνε περίεργα. Για τη μέρα που θα οδηγώ στο δρόμο και δεν θα γυρνάνε όλοι να με κοιτάνε. Που θα μπορώ να περνάω έστω και για μια στιγμή απαρατήρητος.

Φτάνοντας στον προορισμό μας έψαχνε να βρει να μου δώσει 5 λεπτά για ρέστα…

Με καληνύχτισε, περίμενε να με δει να μπαίνω στο μαγαζί και χάθηκε. Έμεινα σοκαρισμένη, έμεινα να σκέφτομαι. Διηγήθηκα την ιστορία στους 2 φίλους που ήτανε στο μαγαζί μη μπορώντας ακόμα να συνέλθω από τα λόγια αυτού του ανθρώπου. Ο ένας γύρισε και με ρώτησε αν κράτησα τα στοιχεία του για να τον βρω να μιλήσουμε, να μάθω για τη ζωή του. Επίδοξος δημοσιογράφος είσαι μου λέει, αυτό θες να ακολουθήσεις, αν δεν το κάνεις από τώρα πώς θα μάθεις να γράφεις άρθρα, να βγάζεις ρεπορτάζ;

Δεν ήθελα να τον κάνω άρθρο, δεν ήθελα να μάθω περισσότερα για αυτόν. Χάνεται η μαγεία αν το ψάξεις, χάνεται η δύναμη της ιστορίας, η δύναμη και το κουράγιο αυτού του ανθρώπου. Δεν θέλω να γίνει άλλος ένας από αυτούς που μιλούν για τα βάσανά τους, για τη ζωή που άφησαν πίσω στη χώρα τους, που λένε τ’ όνομά τους.

Αυτός δεν χρειαζότανε να πει πολλά. Με δυο φράσεις καταλάβαινες τα πάντα. Τον πόνο που νιώθει, τις κακουχίες που έχει περάσει, το ρατσισμό που έχει υποστεί. Όλα πάνω του. Όλα στο πετσί του. Άνθρωπος πεταμένος από την κοινωνία. Άνθρωπος περιθωριοποιημένος. Από αυτούς που όταν τους πετύχεις στο δρόμο μπορεί και ν’ αλλάξεις πεζοδρόμιο, να κρατήσεις ενστικτωδώς την τσάντα πιο σφιχτά, να γυρίσεις με τρόπο το κεφάλι να δεις αν σε ακολουθούν.

Αν αρχίσω ξανά να παίρνω ταξί θα είναι εξ αιτίας του. Θα είναι για αυτόν. Μήπως και σταθώ τυχερή και τον ξαναπετύχω, μήπως και με ταρακουνήσει ξανά, μήπως και πάρω πάλι ένα μάθημα. Από αυτά που δεν μπορείς να πάρεις σε μια τάξη, σ’ ένα σχολείο ή σ’ ένα πανεπιστήμιο. Μόνο αρχαία εκεί, μόνο μαθηματικά, μόνο θεωρίες. Τίποτα για την κοινωνία μας, τίποτα για κόσμο, ούτε λέξη για τα χάλια μας. Παιδεία του κώλου. Ποτέ δεν άνοιξε τα μάτια των παιδιών, ποτέ δεν άνοιξε έστω και λίγο τους ορίζοντές μας. Αλλιώς δεν θα χαμε γεμίσει τόσα ζώα. Αλλιώς θα ήμασταν άνθρωποι.

Ένα μάθημα ζωής.



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

Στο κέντρο της Αθήνας

Το γιατί σταμάτησα να μπαίνω σε ταξί είναι μεγάλη ιστορία κι όσο κι αν θα προκαλούσε γέλια μέχρι δακρύων σε πολύ κόσμο, λέω να κρατήσω για λίγο διάστημα ακόμα την αξιοπρέπεια μου σ’ ένα Α επίπεδο. Οπότε συγχωρήστε με, αλλά δεν θα τη μοιραστώ μαζί σας. Η ουσία είναι ότι απαρνήθηκα το μέσο μεταφοράς που με συντρόφευε τα τελευταία χρόνια της ζωής μου και μέσα στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα περνούσα περισσότερες ώρες της ημέρας απ’ ότι στο σπίτι μου. Όσοι με γνωρίζουν έστω και λίγο, ξέρουν την απέχθεια που τρέφω για τα μέσα μαζικής μεταφοράς είτε τα λένε τρένα, είτε λεωφορεία είτε μετρό. Οτιδήποτε τέλος πάντων περιλαμβάνει την επικύρωση του μπλε/κίτρινου εισιτηρίου, οτιδήποτε περιλαμβάνει αναμονή πέραν των 2’, οτιδήποτε περιλαμβάνει συνωστισμό. Έχοντας σαν δεδομένο λοιπόν ότι οι περισσότεροι φίλοι μου δεν οδηγούν και ότι αυτοί που οδηγούν με τρομάζουν, είτε γιατί φλερτάρουν με χαντάκια είτε γιατί φλερτάρουν με το villa, (κι άντε να κατέβεις από αυτοκίνητο που πάει με 120χλμ) αποφάσισα να εμπιστευτώ τον εαυτό μου. Περπάτημα λοιπόν και άγιος ο θεός.
Για να είμαι ειλικρινής είναι κάτι που πάντα ήθελα να κάνω. Να ξεκινήσω από το σπίτι μου, ή από κάποιο σημείο στο κέντρο, κι απλά ν’ αρχίσω να περπατάω γυρνώντας όλη την Αθήνα. Ήρθε η ώρα λοιπόν το σχέδιο να μπει σε εφαρμογή. Μια χαρά το timing, με αφετηρία την Ιπποκράτους. Μαβίλη, Ακαδημίας, Σύνταγμα, Πλάκα, Μοναστηράκι, Αμπελόκηποι, Πανεπιστήμιο, Καρύτση, Αιόλου και πάει λέγοντας.
Όταν είσαι μέσα σε αυτοκίνητο και κινείσαι δε μπορείς να παρατηρήσεις γύρω σου. Χάνεις όλες τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν την πόλη ξεχωριστή. Απλοί άνθρωποι που περπατάνε δίπλα σου σκεπτόμενοι κι εσύ προσπαθείς να μαντέψεις τι τρέχει στο μυαλό τους. Άραγε τους περιμένει κάποιος σπίτι, έχουν δουλειά, είναι ευτυχισμένοι, σκέφτονται λογαριασμούς, τη γκόμενα που τους παράτησε ή απλά είναι τόσο βαριεστημένοι που δεν παρατηρούν καν γύρω τους;

Παιδιά στα φανάρια που ποτέ δεν είχες προσέξει το βλέμμα τους. Που ποτέ δεν είχες σταματήσει να ρωτήσεις αν θέλουν κάτι. Πέρα από λεφτά, αν χρειάζονται κάτι, αν πεινάνε, αν διψάνε, κάτι, οτιδήποτε. Δεν είμαι τόσο ρομαντική, δεν είμαι τόσο πεζή, αλλά αν τους δώσεις ένα χυμό θα χαμογελάσουν, θα σ’ ευχαριστήσουν και θα τον πιούν γρήγορα μπροστά σου. Δεν έχω δει ποτέ ξανά παιδί να ρουφάει χυμό με τόση λαχτάρα…

Μετανάστες που περπατάνε φοβισμένοι, ξένοι, χαμένοι μέσα στο πλήθος να κοιτούν τριγύρω τους. Να ψάχνουν κάτι. Να νιώθουν διαφορετικοί και να τους βλέπουμε σαν να είναι διαφορετικοί. Λες και το χρώμα του δέρματός τους τους κάνει χειρότερους, κατώτερους. Λες και τα σπαστά ελληνικά τους είναι λόγος να τους αποφεύγουμε. Μόνο αυτούς όμως. Μόνο αυτούς που ακόμα παλεύουν. Το γείτονά μας που είναι από το ίδιο μέρος μ’αυτούς αλλά τυγχάνει διπλωμάτης τον ανεχόμαστε. Αφήνουμε το παιδί του να παίζει με το δικό μας και του ανοίγουμε το σπίτι μας. Του κάνουμε το τραπέζι και του σερβίρουμε στα «καλά» πιάτα, στα «καλά» ποτήρια. Βγάζουμε άμα λάχει και τα καλύμματα από τους καναπέδες.

Ηλικιωμένοι άνθρωποι που ψάχνουν την παλιά Αθήνα. Γιαγιάδες με πολύχρωμα φουλάρια και μακριές φούστες να περπατάνε με μικροσκοπικά βηματάκια στους ίδιους δρόμους που σουλατσάριζαν στα νιάτα τους. Και τώρα γυρνάνε κεφάλια, και τότε γυρνάγανε κεφάλια. Μόνο που τότε ήταν για άλλους λόγους. Τότε περνούσανε μπροστά από τα καφενεία και γινόταν σαματάς. Οι «ωραίες» της εποχής, που έτριζαν τα πατώματα στο διάβα τους, τώρα κουτσαίνουν, τώρα πάνε σιγά-σιγά με το μπαστούνι τους. Κι αν τύχει να σκοντάψουν, αν τύχει και παραπατήσουν και πέσουν, κανείς δεν κουνιέται. Κανείς δεν πάει να βοηθήσει. Δυο-Τρεις πιτσιρικάδες στη γωνία γελάνε, μια παρέα με νεαρά κοριτσάκια τη δείχνουν χαχανίζοντας και προσπερνάνε.
Ένας χτυπημένος σκύλος παραδίπλα. Τα ίδια κορίτσια έτρεξαν να τον βοηθήσουν.
Σκύλος-Γιαγιά: 1-0
Και δεν ειρωνεύομαι. Λυπάμαι. Τόσο σέβεται η νέα γενιά τους μεγαλύτερους. Τόση σημασία δίνουμε όλοι στους ανθρώπους γύρω μας. Μόνο που κι εμείς στο ίδιο πλήθος ανήκουμε.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

Το τέλος πάντα ίδιο

Οι νύχτες σου είναι αυτές που με καίνε, οι νύχτες σου είναι αυτές που με πονάνε.
Οι δισταγμοί σου είναι που με τρελαίνουνε, οι σκέψεις σου που χάνονται.
Ένας λαβύρινθος οι πράξεις σου, γεμάτες ασυνέχεια οι κινήσεις σου.
Να λες μια λέξη εσύ κι εγώ να ψάχνω το από πίσω. Το πιο βαθύ.
Να ψάχνω ένα κάποιο νόημα, κάτι κρυφό που θα μπορούσες να εννοείς.
Οι άνθρωποι μάτια μου δεν έχουν γεννηθεί για να βασανίζονται. Κι αν υπάρχει κάτι απλό στη ζωή μας είναι οι σχέσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις.
Γιατί να ακολουθώ το κουβάρι, γιατί να ψάχνω τα στενά σου, γιατί να αναρωτιέμαι τι να θες;
Μιλούσα για αντοχές, μιλούσα για παλιές στιγμές.
Κρυφογέλαγα. Χάζευα τα τοπία που περνούσαν και ταξίδευα.
Έσκαγε ο ήλιος και με τύφλωνε, κι εγώ χαμογελούσα.
Μπορεί σαν άνθρωπος να είμαι πλεονέκτης τελικά, για αυτό να μη χαμογελάω ακόμα.
Τυποποιημένη, σκληρή και άνετη. Όπως μ’ αυτούς που τρύπωναν στη ζωή μου.
Έτσι φέρθηκα και με σένα. Χωρίς τα βλέμματα τα πρώτα, τις περιπαιχτικές ματιές, τα πρώτα φοβισμένα φιλιά. Περιφρονούσα ανατολές και ηλιοβασιλέματα.
Και κάθε φορά απ΄ την αρχή ο δισταγμός.
Και κάθε φορά απ’ την αρχή το μάγκωμα.
Το τέλος πάντα ίδιο. Φιλιά δίχως αγκαλιά.

Τρίτη, Αυγούστου 31, 2010

Εθισμός

Ανοιχτά παράθυρα, γαλάζιος ουρανός, το κύμα να σκάει αμέριμνο.
Δεν ήξερε τίποτα. Ή έκανε πως δεν ήξερε. Ξέρει να προσποιείται καλά.
Κι αυτός και το κύμα. Ακολουθούσε τις εκφράσεις του, βάδιζε με την όρεξή του, πήγαινε με τα νερά του.

Καίει το τσιγάρο, μεγαλώνει η κάφτρα, ώρα να το τινάξω.
Κι αυτό και την σκέψη μου. Τίναγμα και άλλη μια ρουφηξιά, άλλη μια εισπνοή, κι άλλος καπνός να βγαίνει και να παίζει.
Κι αυτός ίδιος με το τσιγάρο. Όσο κι αν τον τινάζω καίει ακόμα.
Κι όσο τραβάω, όσο παίρνω ανάσες από αυτόν, απ’ την παρέα του, από το φιλί του, από τις ματιές του, από τα χαμόγελα, τόσο παίζει, τόσο φεύγει, τόσο ακολουθάει τον άνεμο. Και μάλλον έχει αρχίσει να φυσάει πολύ γιατί δεν προλαβαίνω καν να τον δω να φεύγει, να χάνεται.

Λίγες ρουφηξιές μείνανε ακόμα από το τσιγάρο μέχρι να τελειώσει, μέχρι να καώ από την κάφτρα του.
Και όταν σβήσει, θα μείνει ο εθισμός.

Κυριακή, Αυγούστου 22, 2010

Αλλαγή πορείας

Άρχισα πάλι το περπάτημα. Δεν τρέχω. Χαζεύω.
Με βλέπεις; Με καταλαβαίνεις; Αμφιβάλλω.
Πλέον Αμφιβάλλω για πολλά. Πλέον δε θα σου δώσω σημασία.
Πλέον θα περιμένω.
Είπαμε, εξασκημένη στην υπομονή, εξασκημένη στους τοίχους.
Χρειάζονται και τα δύο αυτή τη φορά. Σταματάς να ενδιαφέρεσαι, σταματάω να νοιάζομαι.
Πάνω που φεύγω από κάτι, με τραβάς εσύ. Δεν θα στην κάνω τη χάρη, δεν μου την κάνεις ούτε εσύ.
Δεν θέλω άλλες συμβουλές από φίλους, δεν θέλω άλλες κουβέντες από φίλους.
Τώρα που άρχισα να νιώθω πάλι τα άκρα μου θα αρχίσω και να τα χρησιμοποιώ.
Για να περπατάω, για να αγγίζω, να παρατηρώ.
Δεν θα σαι πια στο πλάνο μου μωρό μου.
Δεν θα στριμώξω άλλο εδώ μέσα.
Δεν βλέπεις, δεν με ξέρεις, κι όμως υποθέτεις.
Πόσα βάζεις με το μυαλό σου, πόσο μακριά ταξιδεύει ο νους σου.
Κι έτσι μου ξυπνάς τους Γιάννηδες.
Για άλλη μια φορά τους απρόσωπους, τους ξένους, τους κενούς.
Αυτούς που ό,τι και να βλέπουν δεν με νοιάζει.

Παρασκευή, Αυγούστου 20, 2010

Λονδίνο, 6 Μαΐου 1981.

Το κείμενο αυτό είναι από το 4ο τεύχος του περιοδικού Οδός Πανός.Τακτοποιώντας πράγματα, κεράκια κι ένα σωρό μπιχλιμπίδια, μέσα σε μια κούτα με βιβλία, ήταν κι αυτό το τεύχος στον πάτο, καταχωνιασμένο. Σε μια εποχή που μας έχει φιμώσει, σε μια χώρα που μας έχει κόψει τα φτερά, με πολιτικούς που μας παραμυθιάζουν, αρχηγούς που διατάζουν, αφεντικά που απολύουν και δουλειές που χάνονται, σ'αυτόν τον τρόμο ωθούνται οι νέοι. Κι ας μην είμαστε στο 1981, κι ας μην είμαστε στο Λονδίνο. Ποιές επαναστάσεις, ποιές πορείες, ποιός ξεσηκωμός. Αλί στη νέα μας γενιά, αλί και στην παλιά.




Κείμενο γραμμένο από τον Χρήστο Γιωτόπουλο.

" Δύο άνεργοι νέοι προτίμησαν να αυτοκτονήσουν, παρά να σταθούν στην ουρά του ταμείου επιδομάτων. Ο Σην Γκράντ, ετών 18 και ο Ράφφυ Ράθμπον, 19,βρέθηκαν νεκροί σε κλεμμένο αυτοκίνητο. Είχαν διοχετεύσει καυσαέρια από την εξάτμιση στο αυτοκίνητο μέσα, με ένα πλαστικό σωλήνα. Ο θάνατός τους επήλθε εντός 15'. Η μητέρα του Ράφφυ βρήκε το τελευταίο γράμμα τους. Σ' αυτό διάβασε:"Τί απομένει να κάνουμε πια, αφού δεν υπάρχει δουλειά για κανέναν; Τα παιδιά γυρίζουν σε γωνιές και στενά, κι οι αστυνόμοι τους περνούν για ύποπτους και τους κυνηγούν Σε λίγο, όπως βαδίζει η χώρα, κανείς δεν θα βρίσκει δουλεια. Για αυτό οι νέοι στρέφονται στη βία. Τί απόμεινε πια; Δεν έχουμε πολλή ώρα. Σε λίγο πεθαίνουμε. Αλλά ό,τι και να μας συμβεί, δεν πειράζει."




Για αυτό οι νέοι στρέφονται στη βία. Γιατί όσο και να πιστεύεις, σε ό,τι και να πιστεύεις, δεν μπορείς μια ζωή να γυρνάς και τ' άλλο μάγουλο. Είναι ήδη κόκκινα και τα δύο.

Σταμάτα να πιστεύεις πως είναι απ' τον ήλιο.

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

Ωραία ονόματα. "Φροντίδα", "Αγάπη" ...

Έχω περπατήσει αμέτρητες φορές στην Κηφισίας, έχω περάσει αμέτρητες φορές απ’ το γηροκομείο που στεγάζει τόσους ηλικιωμένους ανθρώπους. Κι όμως, ελάχιστες φορές έστριψα το κεφάλι μου, ελάχιστες φορές αφιέρωσα έστω και μερικά δευτερόλεπτα για να κοιτάξω τη βαριά σιδερένια πόρτα. Κι είναι από τα μεγαλύτερα γηροκομεία στην Αθήνα, από τα πιο επιβλητικά. Καμία σημασία. Πλευρά της ζωής μου που έχω αρνηθεί. Μέρη που έχω θάψει. Στην οικογένεια μου υπάρχει μια κατάρα. Ή που θα φύγεις κάπου στην ηλικία των 20, ή που θα πατήσεις τα 90 και θα καταλήξεις σε κάποιο γηροκομείο. Είτε επειδή τα παιδιά σου σε στέιλανε είτε επειδή το ήθελες εσύ. Τρανό παράδειγμα η προγιαγιά μου. Όσο μποι της έλειπε, (είχε μαζέψει στα 90) όση δύναμη της έλειπε, τόσο πιο πολύ φώναζε για να τη στείλει ο παππούς μου σε κάποιο από αυτά τα ιδρύματα.
Χτυπιότανε μέσα σε ταξί τα ξημερώματα και απειλούσε πως αν δεν την βάζαμε σε γηροκομείο θα πήγαινε σε μοναστήρι. Νομίζω πως αυτή ήταν η χαριστική βολή για το σοι μου. Να δει τη γιαγιά καλόγρια. Κι έτσι την πήγαμε. Κι εκεί ήταν η πρώτη μου επαφή με αυτού του είδους τα ιδρύματα. Μέρη άσχημα, ψυχρά, λευκά, μοναχικά. Με φυτεμένα δεντράκια και γλαστρούλες να δίνουν μια υποτιθέμενη ζωντάνια στον λευκό τάφο. Σιχάθηκα τη ζωή μου. Η γιαγιά μου χαιρόταν. Μίσησα τον κόσμο που βάζει τους πατεράδες-μαμάδες κτλ εκεί μέσα και δεν πάει ποτέ να τους επισκεφτεί. Όλοι στις μέρες μας μιλάνε για την οικονομια, για την πολιτική, για τα ναρκωτικά, για τους ανήλικους που καπνίζουν, για τις μάστιγες της εποχής. Κανείς για αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς για αυτό το θέμα που είναι μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες αυτή τη στιγμή. Άνθρωποι που έχουν ζήσει χρόνια, άνθρωποι που μας έχουν μεγαλώσει, που έχουν παλέψει, έχουν μοχθήσει, έχουν πονέσει, στοιβάζονται σε σπίτια, πολυκατοικίες, ιδρύματα, περιμένοντας κάποιον να τους επισκεφτεί. Κάποιον να τους μιλήσει. Κάποιον να τους δώσει λίγη αγάπη, λίγη σημασία. Έστω για πέντε λεπτά, έστω για μια φορά.
Κι έρχονται τα Χριστούγεννα, έρχονται οι γιορτές και μας κατακλύζουν με διαφημίσεις με γιαγιάδες που στέκονται πάνω από τηλέφωνα βουβά. Που περιμένουν με τη μαύρη ρόμπα τους και το άσπρο μαλλί, καθισμένες στην κουνιστή τους πολυθρόνα, ένα χτύπο, έναν άνθρωπο. Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα, αυτή είναι η αγάπη μας, μέχρι εκεί φτάνει ο ελεύθερος μας χρόνος. Κι έπειτα έρχεται και το καλοκαίρι. Αλλά πού καιρός για αυτούς τους ανθρώπους; Τώρα έχουμε τις θάλασσες και τα γαλάζια τους νερά. Έχουμε το γκόμενο, τα παιδιά, τα σκυλιά, τους φίλους. Δεν προλαβαίνουμε να τους δούμε. Από Σεπτέμβρη. Θα πάρουμε ένα κουτί πτι-μπερ, μια κολόνια λεβάντα και θα πάμε να πιούμε έναν καφέ. Τόσα χρειάζονται. Τόσα τους είναι αρκετά. Δε βαριέσαι… Γιατί να κουραστώ παραπάνω;

Πέμπτη, Ιουλίου 22, 2010

Η κάθε κυρά-Μαριγώ.

Θα στο παίξω παντελώς άσχετη, εντελώς ντεκαπαρισμένη, πες ότι μ‘έχει βαρέσει κι ο ήλιος στο κεφάλι. Καλοκαίρι είναι δικαιολογούμαι. Στη θάλασσα τη βγάζω, δικαιολογούμαι. (οκ, το ότι ψάχνω τον ίσκιο της μουριάς για να μη γίνω σαν την Πίπη τη φακιδομύτη είναι άλλου παπά ευαγγέλιο) Θα σου πω πώς βλέπω εγώ τη χώρα τούτη, μέσα από δυό μάτια ενός ανθρώπου που δεν σκαμπάζει γρι από πολιτική, ξέρει μόνο τί βράζει μες την κατσαρόλα του, και πώς να πάει τα παιδιά του στην άλλη άκρη για να παίξουν, τώρα που το πάρκο-παιδική χαρά της γειτονιάς έγινε γκαράζ.
Να σε βάλω λίγο στο κλίμα να πιάσεις την εικόνα. Φαντάσου με με ποδιά, (όχι αυτήν τη παιχνιδιάρικη που φοράω συνήθως όταν μαγειρεύω), φαντάσου με με την ποδιά της κυρά-Κατίνας, (όποια κι αν είναι αυτή κι έχει γίνει τόσο γνωστή)ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, απ’ αυτά τα ωραία, τα βιλαντζιώτικα που κυκλοφορούνε μόνο σε βουνά, λαγκάδια άντε και καμιά μικρή πεδιάδα, και με καμιά ντουζίνα κουτσούβελα αλά οικογένεια Χωραφά. Χέστο το debate, χέστο το πανεπιστήμιο, βράστα τα εξωτερικά, πες πώς δεν έχω πάει καν δημοτικό. Ντάξει μέχρι εδώ; Θαυμάσια.
Έχω έναν άντρα άνεργο τον τελευταίο χρόνο, και μετά το ΔΝΤ και πριν το ΔΝΤ. Μη μου πεις ότι 5 μήνες πριν ζούσαμε σαν πασάδες, μάτια μου, αλήθεια σου λέω δεν θα σε πιστέψω… Πες μου εσύ, για να ‘ρθω να σου πω κι εγώ μετά, γιατί ψήφισα τον παπάρα που ψήφισα. (Συγγνώμη για τη γλώσσα μου, κορίτσι πράμα!) Να ψηφίσω τον προηγούμενο; Μπα, τον είδα καλοταϊσμένο κι είπα να δοκιμάσω τον αδύνατο, που κάνει και ποδήλατο, κι όσο να πεις, λιγότερο θα θέλει να φάει. Ναι, αλλά πριν, το θρεφτάρι είχα ψηφίσει. Γιατί στον τόπο τούτον, μας έχουν πει πως το μήλο κάτω απ’τη μηλιά θα πέσει. Το δα έτσι στρουμπουλό, μου θύμισε το μήλο, και το σταύρωσα το βόδι. Και μετά με σταύρωσε αυτό. Κι ήρθα κι απόειδα και το ριξα στην άλλη τη μηλιά, στο άλλο το φρούτο. Και μου ‘φερε και τούτονε τον ΔΝΤ, και μου κοψε και τα επιδόματα, και μου ‘κοψε και τα δώρα, κι έκοψε και της μάνας μου το ΕΚΑΣ, κι έβαλε τον πατέρα μου να πάρει δάνειο, και ζήλεψα κι εγώ και πήρα μια πιστωτική, και τσαντίστηκε ο άντρας μου και πήρε κι αυτός, και το ‘δαν τα παιδιά μου και αρχίσαν να ζητάνε, και το ‘μαθε η συμπεθέρα, που για να μην μείνει πίσω, που ο άλλος ο παππούς πήρε δάνειο και παίρνει δώρα στα εγγόνια, έπρηξε το συμπέθερο να πάρουνε ένα καταναλωτικό, να έχουνε κι αυτοί για δώρα στην ντουζίνα, και πήρανε κι αυτοί, και πήραμε κι εμείς, και ζήσαμε εμείς σκατά κι αυτοί απόσκατα.
Λαχάνιασες; Εγώ να δεις που τρέχω να πληρώσω! Και θα τρέχω για πολύ ακόμα να σαι σίγουρος. Και θα ξανάρθουν εκλογές, και θα πάω να τον ξαναρίξω τον ρημαδιασμένο. Έλα, αφού το’χεις, σε βλέπω, τσακάλι είσαι… πού θα το ρίξω; Είτε στο μπλέ το πάρτι είτε στο πράσινο. (Μωρέ καλά κάνουνε στα εξωτερικά και τα λένε έτσι, το χουνε πιάσει το νόημα οι τύποι) Γιατί; Γιατί έχω κάλο στον εγκέφαλο κι άντε να μου τον εβγάλεις. Γιατί μου τάζουνε δημόσια και θέσεις εργασίας. (αυτό το ωραίο το δημόσιο, να σαι καλά Αντρέα.) Γιατί έχω παιδιά και είμαι μάνα. Γιατί είμαι άνθρωπος κι έχω σπίτι. Γιατί έχω τα δάνεια, τα καταναλωτικά, τις κάρτες, τους λογαριασμούς, το νοίκι, τις δόσεις του ψυγείου, τα υδραυλικά που χαλάσανε, την εφορία… Εγώ την πληρώνω την εφορία, είμαι φιλότιμη η πουτάνα. Αλλά και να μην ήμουν, εμένα θα με βρίσκανε και θα μου παίρνανε το σκύλο. Δεν έχω και τίποτα άλλο στ’όνομά μου. Έχω και κάτι παιδιά αλλά ποιος θα τα πάρει να τα ζήσει με το επίδομα που δίνουν; Ούτε για τα τσιγάρα τους-χμ.. συγγνώμη, τις τσίχλες τους- δεν φτάνουν. Ποιόν να ψηφίσω λοιπόν; Και να την ψηφίσω την πινέζα, σιγά μη βγει. Δεν φτάνει που είναι κοντή, είναι και κακόγουστη. Και να σου πω και την αλήθεια μάτια μου, ώρες-ώρες, χριστό δεν καταλαβαίνω απ’αυτά που λέει. Όλο για κάτι προλεταριάτα μιλάει, όλο για κάτι μπουρζουαζίες, όλο για κάτι εργαζόμενους. Άγνωστες λέξεις για μένα. Μη με κοιτάς, κι ο εργαζόμενος άγνωστη λέξη κοντεύει να γίνει στο σπίτι μας. Μετά τί; Το ΛΑΟΣ; Δεν μπορώ, πολύ φωνάζει ο τζουτζούκος-μπουμπουκος-μπαμπούκος-κλάιν. Άνθρωπο που φωνάζει, εγώ να τον ακούω κάθε μέρα στο τηλεκουτί δεν το μπορώ. Θα μου ξυπνήσει και το μωρό. Ένα από τα 4 σίγουρα. Άσε το άλλο. Και που φωνάζει τι λέει? Κάτι για Έλλην ακούω, κάτι για βιβλία και για Ακρόπολη. Μπα, καλύτερος ο Λιακόπουλος, πιο πειστικός. Άσε που φωνάζει και στον αδερφό του. Τέτοια παραδείγματα εγώ για τα παιδιά μου δεν θέλω. Καλύτερα το χοντρό, τότε τουλάχιστον τους έλεγα «Να, άμα φας όλο σου το φαί, θα γίνεις πρωθυπουργός.» Τον άλλονε τον εξυπνάκια που αλλάζει πουκάμισα, δεν τον εθέλω. Όι, όι σου λέω, δεν τον εθέλω. Να πάει να τα βρεί με τον άλλον με τα μούσια που το χουνε κάνει κωλοχανείο το πάρτι τους. Αν δεν βγάζουν άκρη μεταξύ τους εμένανε τη δόλια περιμένουν να τους σώσω; Ας βρούνε κανα κοριτσάκι που θα τον εμπερδέψει με το Ρουβά, να τον ψηφίσει.
Θυμάμαι τότε που γινότανε ο πανικός με τους αγρότες, τότε ντε, που σκάγανε τα λάστιχα, που κλείναμε τους δρόμους, που φωνάζαμε… Ά! Τι εποχές… Επί Πασοκ λέω, όχι για τα τελευταία. Τότε που θέλαμε να τους ρίξουμε την κυβέρνηση, τότε που δεν μας άκουγαν. Θυμάσαι; Κι εγώ θυμάμαι. Τι αγώνες, τι φωνές, τι πανικός! Ε, ντάξει μωρέ, μετά τους ξαναψήφισα. Και τι να ‘κανα;
Και τώρα έχουμε κι αυτούς του ξένους ,που ‘ρθανε και κάνουνε σουλάτσα εδώ μέσα. Και να τους διώξουμε δεν μπορούμε. Και να τους πούμε όχι δεν μπορούμε. Και να θέλαμε, μπρατσαρά το Γιωργάκη δεν τον λες, κι ας ξημεροβραδιάζεται στους διαδρόμους. (δεν εννοώ της Βουλής, μη νομίζετε ότι λέω και μαλακίες) Ε, και τι να γίνει; Πάλι κάποιον απ’αυτούς θα ψηφίσω.
Είπαμε… μάνα, σπίτι, παιδιά, αδέρφια, έξοδα, άδεια κατσαρόλα, άδεια όνειρα, άδεια ελπίδα…
Υ.Γ. Εδώ δεν έχει υστερόγραφα.

Τρίτη, Ιουλίου 20, 2010

Ενάντια στο πτυχίο μου. Βαράτε.

'Εχω ασχοληθεί και στο παρελθόν με το θέμα της παιδείας, αλλά φοιτητές είμαστε, λογικό να σκάει μύτη συχνά και να μας βαράει κουδουνάκια.
Και ναι, για άλλη μια φορά, άνοιξε σε παρέα η ίδια συζήτηση. Παιδεία, δημόσια-ιδιωτική, αναγνώριση κτλ. Έχω κουραστεί τόσο με το θέμα που απλά θα γράψω τη γνώμη μου, μια και καλή να ξεμπερδεύουμε. Είμαι ενάντια στην ιδιωτική παιδεία. Είμαι ενάντια στην αναγνώριση των ιδιωτικών. Φωνάξτε όσο θέλετε και στήστε με στον τοίχο. Jaman fou. Θυμάμαι ένα πανό που είχα δει κάποια στιγμή πριν από καιρό, μπορεί και χρόνια, κρεμασμένο έξω από το Αριστοτέλειο.
"ΠΩΛΕΙΤΑΙ"
Θα έγραφα μα το Θεό αλλά δεν θα πιστεύατε τη συνέχεια, οπότε, στο τσιγάρο που κρατώ, είναι κατ εμέ το πιο πετυχημένο που έχω δει. Και εξηγούμαι. Στο κομμάτι που αφορά την αναγνώριση, ας αφήσουμε τα ιδιωτικά στη μοίρα τους και τα δημόσια όπως έχουν, ή ας μην έχουμε καθόλου δωρεάν-δημόσια παιδεία κι ας αναγνωρίσουμε τα ιδιωτικά πλήρως. Οι πιθανότητες να μπορέσουν να συνυπάρξουν και τα 2 χωρίς να καταποντιστούν ολοσχερώς τα δημόσια, μου φαίνονται πιο χλωμές κι από την πούδρα που χρησιμοποιώ. (το χειμώνα)
Πιστεύω ότι λίγο πολύ μια βόλτα στα δημόσια όλοι έχουμε κάνει. Σοβάδες να μας φλερτάρουν, καθίσματα να πηγαινοέρχονται, τραπεζάκια να εκσφενδονίζονται, καθηγητές να λείπουν, μαθήματα να μη γίνονται, μπλε-πράσινα –κόκκινα ανθρωπάκια να πηγαινοέρχονται, Μύκονος και Σαντορίνη- κρουαζιέρα θα σε πάω γιατί την ψήφο σου νοιάζομαι και αγαπάω, τριαλαρί-τριαλαρό… Από την άλλη, έχοντας ξοδέψει ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής μου σε ιδιωτικό, (είπαμε, τι φέρνει μια χελώνα από την Κίνα; -Τα πτυχία μας) έχω νιώσει τι θα πει οργάνωση. Όλα στην ώρα τους, 0 αλλαγές στο πρόγραμμα, οργανώσεις που δεν έχουν χρώματα, ασχολίες για τους φοιτητές που δεν περιλαμβάνουν κόμματα και ξεμαλλιάσματα κοκ. (καλά, αυτό για τα ξεμαλλιάσματα το παίρνω πίσω.) Αναγνωρίζοντας λοιπόν τα ιδιωτικά και δίνοντάς τους την αξία ενός ίσου πτυχίου με αυτό των δημοσίων αυτόματα δημιουργείται χάσμα. Αν έχω την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω τα δίδακτρα, γιατί στην ευχή να πάω στο δημόσιο; Γιατί να μην αναζητήσω καλύτερες εγκαταστάσεις και πιο άμεση εκπαίδευση;
Γιατί να χωρίσουμε τους φοιτητές σε έχοντες και μη τη στιγμή που θα έπρεπε απλά να μας ενδιαφέρει η ικανότητά τους; Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, εν καιρώ οικονομικής κρίσης, οποιοδήποτε έξοδο που θα μπορούσε να αποφύγει η κυβέρνηση, θα το αποφύγει. Με το να ανοίξουμε το δρόμο στην ιδιωτική παιδεία φεύγει ένα μεγάλο βάρος από το κράτος το οποίο έτσι κι αλλιώς δίνει ψίχουλα για αυτόν τον τομέα. Τι πιο απλό λοιπόν από το να μετατοπίσει το βάρος της ευθύνης αυτής στις πλάτες οποιουδήποτε «μη κερδοσκοπικού» ιδρύματος και να αφήσει την δημόσια παιδεία να πιάσει τον πάτο τον απόπατο, το δεν πάει άλλη παρακμή σου λέω.
Όσο για τα φουκαριάρικα που ξεπατώνονται και ξημεροβραδιάζονται στα ιδιωτικά, ένα έχω να πω. Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς. Και τι εννοώ; Όταν μπήκαμε ξέραμε πως δεν αναγνωρίζονται τα πτυχία από το ελληνικό δημόσιο. Σωστά; Σωστά. Δεν μας κορόιδεψε κανείς, δεν άλλαξε τώρα ο νόμος. Άρα τώρα τι γκρινιάζεις; Αν έχει κάποιος το δικαίωμα να φωνάζει είναι οι φοιτητές του δημοσίου. Γιατί εσύ, κι εγώ, και μπορεί ο δίπλα, είχαμε όλες τις επιλογές μπροστά μας. Το αν δεν το χειριστήκαμε σωστά είναι δικό μας θέμα. Το ότι πρέπει όμως να υπάρχει δωρεάν δημόσια παιδεία και το ότι πρέπει να είναι αναυθαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη είναι διαφορετικό. Ας φτιάξουμε λοιπόν πρώτα τα δικά μας, τα ντόπια τα χάλια, ας μαζέψουμε τα ασυμμάζευτα μέσα στα δημόσια πανεπιστήμια και μετά το ξανασυζητάμε.

Υ.Γ. Και κάπως έτσι σιγουρεύω και για φέτος το ότι δεν θα την πάρω την υποτροφία. Απλά επειδή βαριόμουν να περιμένω μέχρι τον Αύγουστο που βγαίνει η απόφαση κι επειδή αν είναι να πέσω προτιμώ να πέσω μόνη μου! Θα το κάνω με στυλ τουλάχιστον.

Σάββατο, Ιουλίου 17, 2010

Καινούργιο όνομα!

Μιας και το silly blonde δεν αντιπροσωπεύει πλέον την αλήθεια, είπα να πάρω τ'όνομα από το τωρινό μου χρώμα! redhead λοιπόν.

Παρασκευή, Ιουλίου 16, 2010

Υποτιθέμενοι έρωτες

Χαζεύω το blog. Πόσοι υποτιθέμενοι έρωτες, πόσα ψέμματα. Τόσο καλά ειπωμένα που τα πίστευα κι εγώ. Και τώρα οι γούνες. Και τώρα μηνύματα το χάραμα: Άσε τη jazz, εδώ βαράν νταούλια!
Μπές και πήρε φωτιά η γούνα μου, δε σβήνει η κακούργα!
Τί είδανε τα μάτια μου, τί άκουσαν τα αυτιά μου,
και πού να πνίξω τον καημό, στερνή παρηγοριά μου.
(εν όψη εγκεφαλικού πάντα μου βγαίνει το καταπιεσμένο ποιητικό μου ταλέντο)
Η πρώτη φορά που το εννοώ. Όταν πονάω μου βγαίνει η ειρωνεία. Μου βγαίνει όλος ο καυτηριασμός που (δεν) κρύβω. Τι θα μου πεις μάτια μου, ότι δεν το περίμενες; Είπαμε, μεταξύ μας αλήθειες. Σε σένα μόνο αλήθειες. Σε μένα όμως ψέμματα. Είπαμε, παραμυθάκια όμορφα, παραμυθάκια που μας μεγάλωσαν. Καταραμένα παραμύθια. Ποτέ δεν θα πω στα παιδιά μου για πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Γιατί να τους το κάνω αυτό. Ο μόνος αληθινός, ο παππούς μου. Με μεγάλωσε με την Ρώσικη επανάσταση. Με αντάρτικα. Παιδάκι 5 χρονών και άκουγα για τον κομμουνισμό. Καλύτερα. Κι ας μην τα καταλάβαινα. Ήταν αλήθεια. ‘Ήταν ιστορία. Τώρα πάω να γράψω τη δική μου πάνω σε παραμύθια.
Πού έχασα τον εαυτό μου; Πού τον ξέχασα; Γιατί τον παραμέλησα τόσο;Κάποτε ήσουν δυνατή, κάποτε τα πέρναγες όλα μόνη σου. Γιατί πιάστηκες; Γιατί γαντζώθηκες; Πώς θα βγεις τώρα μάτια μου απ ‘αυτό, πώς θα ξεμπλέξεις;
Κοίτα τη ζωή σου που περνάει. Κοίτα τη που σου γελάει. Σου κουνάει το χέρι, σε φωνάζει, και συ εκεί. Ανήμπορη να την ακολουθήσεις. Δεν φοβάσαι για σένα. Όχι πια τουλάχιστον. Γύρισες, ξαναγνωρίστηκες, ξανά-συστήθηκες. Για τους άλλους φοβάσαι. Για αυτούς που θα μείνουν λυπάσαι. Ο κόσμος τους εσύ.
Πόσο εγωιστικό Θεέ μου. Να σε κυβερνάνε τα συναισθήματα άλλων.
Μπήκες στο χορό μα δεν ήξερες να χορεύεις. Και δεν έμαθες ποτέ. Μεταξύ μας μάτια μου, δεν έμαθες γιατί ποτέ δεν ήθελες να μάθεις.
Πόσες άμυνες, πόσες καταστροφές, πόσες πιέσεις. Ώρα σου να βγεις στην επίθεση. Και μη σκέφτεσαι τα θύματα, κάθε μάχη έχει. Κι αν ακόμα είναι οι δικοί σου άνθρωποι μέσα σ’αυτά, θα το περάσεις.
Όπως όλα μέχρι τώρα. Τα χεις ξαναπεράσει όλα αυτά. Ξεκίνα.

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

Ο ΦΠΑς ο ντεκαπαρισμένος

Έχω πει πως θα σταματήσω ν’ασχολούμαι. Έχω πει πως δεν θα με νοιάζει.
Τούμπα μπορεί να έρθει όλος ο κόσμος; Καρφί δεν μου καίγεται.
Ε ναι ρε φίλε, στάκα μια όμως γιατί δε μιλάω- δε μιλάω, το βουλώνω, αλλά πόσο;
Θέλω κάποιος να μου εξηγήσει γιατί τα εισιτήρια θεάτρου έχουν 5, 5% Φ.Π.Α ενώ τα τρόφιμα 11%.- Δεν ξέρω καν αν είναι ακόμα 11, πιθανότατα μέχρι να τελειώσω αυτή τη σελίδα θα έχει πάει 15, και μετά 17, όπως ανεβαίνει το ταξίμετρο στο Βερολίνο. Πού δεν προλαβαίνεις να βγάλεις τα κέρματα, βγάζεις κατευθείαν το χαρτονόμισμα των 50.- Να τα’αφήσω τα τρόφιμα; Να πω δεν γαμιέται, φτιάχτη μόνος σου τη σάλτσα, μην την πάρεις την ετοιματζίδικη του μπάρμπα-Στάθη; (όχι? Μόνο φασολάκια βγάζει αυτός??)
Να το πω κι αυτό. Να το καταπιώ και το ποτήριον τούτο και να θεωρήσω πως το μέγα κράτος φροντίζει για τη σιλουέτα μας και την υγιεινή μας διατροφή. Τα φάρμακα; Τα φάρμακα γιατί να έχουν παραπάνω φπα από ένα θεατρικό εισιτήριο; Αν δεν δω τη Ντενίση δηλαδή να παίζει ή έστω φίλε, αν δεν πάω στην Επίδαυρο, δεν θα τη βγάλω τη χρονιά; Να ξέρω να κάνω τα κουμάντα μου, για αυτό ρωτάω, μη φανταστείς. Αυτό ήτανε λοιπόν, όταν ξαναπάω να επισκεφτώ την εκατοντάχρονη προγιαγιά (που ελπίζω να μην έχει facebook και δει το 100χρονη-θα μείνει) θα της πάω ένα εισιτήριο για το Πιστολάκι-ξεμαλλιάστρα για δολοφόνους. Να νιώσει λίγο η κατάκοιτη, να πάρει τα πάνω της που έχει μιζεριάσει. Κλείστε τα τα φαρμακεία, τη βρήκαμε τη λύση.
Και για να περάσω τώρα και στον αθλητισμό ο οποίος σε σύγκριση με τις τέχνες (μα ποια είμαι που τολμάω και αγγίζω αυτή τη λέξη) είναι και πάλι σε δεύτερη μοίρα. Κι εδώ παραπάνω φπα για αθλητικές εγκαταστάσεις, τις οποίες θες να χρησιμοποιήσεις, όχι να χτίσεις-μην παρεξηγηθώ. Και λες, ντάξει, το προσπερνάω γιατί είμαι μεγαλόψυχος/η και αποφασίζω να μείνω με τα περιττά μου κιλά λίγο ακόμα. Θεωρίες για καμπύλες, πιασιματάκια και όλα τα υπόλοιπα που εμείς οι κοινοί θνητοί με τις ατέλειες έχουμε προωθήσει. Δεν μετράει η εμφάνιση, μετράει το μυαλό, κοιτάμε την ποιότητα και όχι την ποσότητα και τέλος πάντων, έτσι μας αρέσει να είμαστε ρε αδερφέ. Κι αφού σκοτώνεις την ιδέα του γυμναστηρίου, θες ένα τσιγάρο βαρύ κι ασήκωτο, έτσι να το εισπνεύσεις να γουστάρεις. Να πιεις κι ένα ποτό να πάνε κάτω τα φαρμάκια και να υψώνεις το ποτήρι σου στην υγειά όλων των ανώνυμων κι επώνυμων αλκοολικών, καπνιστών, μη-τουμπανιασμένων ανθρώπων. Τι να την κάνουμε τη μόστρα, τι να τους κάνουμε τους κοιλιακούς φέτες και το μπράτσο διαμέτρου 80εκ. Ναι; Χάρηκες; Πάρ’το 23% στο κεφάλι και ξανασκέψου το τώρα.
Και για να καταλήξω κάπου, (αν και πολύ αμφιβάλλω) θα παραθέσω τον παραλογισμό που σουλατσάρει στο κεφάλι μου. Αφού το κράτος-ΔΝΤ-ΕΕ-ΗΠΑ- Τα πρωτόκολλα της Σιών-Κόκκινη Αρκούδα και τα ρέστα, σε στέλνουν να δεις Ντενίση με έκπτωση, γιατί δεν σκέφτονται ότι μετά ο Αλεξάντερ Γκόρντον είναι μια φυσική συνέπεια;

Υ.Γ.1 Πάω να πάρω καμιά κόκκινη βαφή για το κεφάλι μου γιατί προς το παρόν το μαλλί μου θυμίζει την πτώση του Κομμουνισμού στη Ρωσία. Τί ΦΠΑ έχει???

Υ.Γ.2 Μου τη δίνουν και τα υστερόγραφα και οι παρενθέσεις.

Και τώρα το ξαναβουλώνω.

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Χρώματα στο προσκήνιο

Έλα τώρα που δεν ξέρεις. Έλα που δεν κατάλαβες…
Παιδάκι να ‘σουνα πεντάχρονο θα το χες πιάσει μάτια μου.
Πάλι απ’ την αρχή τα κίτρινα. Κίτρινα και τώρα δεν συμμαζεύονται.
Βγήκανε ξανά σουλάτσα και δεν μαντρώνονται εύκολα. Μουδιάσανε τάχα μου τόσο καιρό.
Λες και δεν κόβαν βόλτες κατά καιρούς, λες κι είχανε κρυφτεί.
Κρύβεται μάτια μου το κίτρινο; Εκεί και κυνηγάει. Εκεί και στοιχειώνει.
Δίπλα περιμένει το πρώτο σου ολίσθημα.
Το πρώτο πισωγύρισμα, την πρώτη ελεύθερη γουλιά.
Ελεύθερη όμως. Ελεύθερη και υποβοηθούμενη, να μην ξεχνιόμαστε.
Χλαπαταγή ολάκερη το κίτρινο. Και τώρα τσιμουδιά.
Γιατί μετά την ανακατωσούρα, η σιωπή είναι απαραίτητο επακόλουθο.
Έτσι για να μην έρθει η εξιλέωση ούτε τώρα. Για να κρατήσουμε τα ήθη και τα έθιμα, να συνεχίσουμε την παράδοση την τραγελαφική.
Λες και δεν είχαμε αρκετές σκοτούρες στο κεφάλι μας, λες και δεν είχαμε αρκετά να θυμόμαστε.
Θαρρείς πως ξεθωριάζουνε τα χρώματα μονάχα τους στο χρόνο;
Αν είναι ασφαλισμένα τίποτα δεν παθαίνουν μάτια μου.
Χαλάλι στη φροντίδα, χαλάλι στις κρυψώνες.
Χρώματα λοιπόν στο προσκήνιο, χρώματα απ' το παρασκήνιο...

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

5 χρόνια πριν φύγει.

Αποζητάς στιγμές ευτυχίας, χαράς, αγάπης. Απλώνεις τα χέρια σου, σε διώχνουν. Παρακαλάς, ικετεύεις, τίποτα.
Απελπισμένος δέχεσαι τη μόνη σωτηρία, ηρωίνη.
Λέξη που στην αρχή σε τρομάζει, σου δημιουργεί αποστροφή, αλλά μετά σου δείχνει κάτι που ζητούσες χρόνια τώρα απ’τους ανθρώπους.
Όλοι σε έδιωξαν, σου έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα και εσύ απελπισμένος δέχεσαι ως σανίδα σωτηρίας την καταστροφή σου.
Προτίμησες λίγες στιγμές ευτυχίας και μετά το θάνατο.
Μετά απ’όλα αυτά ήρθε η στιγμή να εμφανιστείς στο προσκηνιο.
Εσύ που σκεπάζεις με το μαύρο πέπλο σου τα μάτια του δυστυχισμένου παιδιού ενώ οι τελευταίες του λέξεις είναι « Με καταστρέψατε. Σας ευχαριστώ» Και τώρα πια είναι δικός σου. Σου ανήκει.
Κι εσύ που θα μείνεις πίσω, εσύ που ελπίζω να μην με ακολουθήσεις, κι αν θελήσεις να τραγουδήσεις, κι αν πάρεις τις φωνές των πουλιών δεν θα μπορέσεις. Οι καρδιές γεμάτες θλίψη από το θάνατο της μεγάλης αδερφής. Κι αν θελήσεις να φωνάξεις πως είναι άδικος ο κατατρεγμός δεν θα μπορέσεις. Μόνοι μας στο δρόμο που μπήκαμε προχωρήσαμε.
Περίμενε όμως, να λιγοστέψει η θλίψη, να ξυπνήσει η νύχτα, να φύγει η μπόρα.
Κι ύστερα, αν δεν φυσήξει άνεμος αισιοδοξίας γύρεψε το πιο κοντινό απάνεμο λιμάνι.
Πάντα θα με βρίσκεις, πάντα θα σ’ακούω. Φύγε όσο προλαβαίνεις.
Για μένα είναι ήδη αργά.

1983

Μας ξέχασε ο κόσμος. Γιατί;
Δημοκρατία λέγεται η αναισθησία.
Γιατί; Ποιος ξέρει;
Υπήρχε αγάπη και χάθηκε, ξεχάσανε τι θα πει άνθρωπος.
Κι αν δεν ξεχάσανε, ξεχάσαμε να τον θυμηθούμε. Περνάμε όλοι με ένα γειά.
Γειά ο ένας, γειά ο άλλος, γειά κι εγώ. Πόσο εύκολα γελάνε; Πόσο εύκολα γελάμε;
Ένας μόνος ολομόναχος στο παγερό αγέρι. Το ένα πόδι κουτσαίνει.
Το ένα χέρι κομμένο από κάποια μηχανή σε κάποιο εργοστάσιο δίνει μια κάποια γελοία εντύπωση στο κινούμενο μανίκι. Ένας κάποιος άνθρωπος.
Γελάει, τι παράξενο.
Τα σάπια δόντια αραιά, τι παράξενο.
Η ελπίδα ξεχειλίζει από την ασχήμια κι αυτός γελάει. Τι παράξενο.
Κρατάει στο χέρι του, σε κείνο το γερό τον κόσμο ολάκερο.
Μια χούφτα είναι ο κόσμος, μια χούφτα δύναμη που θ’αλλάξει.
Θα τον ισιώσει τον δρόμο μας για να πηγαινοέρχονται όλοι οι άνθρωποι ελεύθεροι.

Χειρόγραφα μιας ψυχής. Χειρόγραφα μιας άλλης εποχής.

Η εικόνα αλλάζει. Το τοπίο γίνεται πιο αυστηρό και σοβαρότερο.
Μνημεία κατοικίας ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης γενιάς.
Πέτρινα χαλάσματα εγκαταλελειμμένα από το χρόνο, γκρεμισμένα απ’τα όνειρα.
Προκαλούν μυστήριο που φαντάζει σαν ένα ασπρόμαυρο δώρο ανάμεσα σε μια πολύχρωμη ατμόσφαιρα από ένα κουτί. Θες να το δεις από κοντά χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις, μα κάποια αίσθηση της ψυχής σου αντιστέκεται.

Δεν θέλω τίποτα από σένα. Από μένα ίσως.
Θα πάω στο καλό. Πρέπει να απαιτώ πιο πολλά.

Τα πέταλα φτερούγισαν σε κάποιον άλλο.

(Ετών 17.
Μετά την πήρε ο ύπνος.)

Τρίτη, Μαρτίου 30, 2010

Ποιός είσαι;

Προχωράς με το κεφάλι ψηλά. Χαιρετάς τον κόσμο και συνεχίζεις.
Μιλας ώρες μαζί της σαν να μην υπάρχει αύριο.
Κι όταν είναι η ώρα απλά προσπερνάς.
Αν μόνο είχες έναν καθρέφτη εκέινη τη στιγμή...
Για να κοιτάξεις πρώτα την έκφρασή σου, να δεις τα μάτια σου που τρέχουν πάνω της κι ύστερα, όπως γυρνάς την πλάτη να ρίξεις μια κλεφτή ματιά.
Και μετά συνέχισε το δρόμο σου.
Πόσος φόβος σε διακατέχει;
Ή μήπως είναι ντροπή;
Ή απλά αυτός είσαι;
Όταν έχεις την απάντηση, χτύπα της την πόρτα.