Πέμπτη, Αυγούστου 02, 2007

Κι ο κύκλος ξαναρχίζει...

Κι έτσι για άλλη μια φορά, χωρίς να το πολυκαταλάβω, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Ποτε δεν χρειάζονται σκέψη αυτά, ποτέ δεν χρειάζονται και πίεση.
Ξέρεις, ξέρω, και τα λοιπά...
Κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται από το τηλέφωνο , κάποια από κοντά.
Κάποια από την αρχή κάποια μετά.
Κάθε πράμα στον καιρό του που λέει κι ο λαός.
Κι απο κει που ήσουν αλλιώς, που σε ήξερα αλλιώς, που γίναμε μαζί αλλιώς...
Μέσα απο τα χρόνια, μέσα απο τις εμπειρίες, τις κουβέντες και τις συζητήσεις.
Με καφέ, τσιγάρα, ποτά, κρασάκι στη θάλασσα, στο σπίτι σου, στο σπίτι μου...
Σε μπαράκια στην Αθήνα, σε μπαράκια σ'άλλα μέρη.Εντός συνόρων , εκτός συνόρων.
Έλεγες πως με ξέρεις όσο ξέρεις και τον εαυτό σου. Έλεγες πως ξέρεις αυτά που σκέφτομαι γιατί σκέφτεσαι τα ίδια.
Κι έλεγα ακριβώς τα ίδια.Ίδια λόγια και οι δυό μας.
Κι όμως...
Άλλαξα και δεν το είδες, στο έλεγα και δεν με πίστευες.
Ξαναγύρισα.Κάπου στη μέση, κάπου λίγο πιο μετά.
Επέστρεψα ίδια κι απαράλλαχτη.Σ'αυτό που ήξερες, σ'αυτό που γνώριζες.
Στο είπα, το κατάλαβες.
Τώρα αλλάζεις εσύ.
Πάλι στο λέω και πάλι δεν με πιστεύεις.
Μάτια μου έτσι είναι αυτά... Δεν είναι κακό.
Ίσως λίγο τρομαχτικό.
Λίγο τρομαχτικό που σ'άφησα, λίγο τρομαχτικό που σε έπιασε άλλος.
Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε μάτια μου;
Ό,τι κάναμε πάντα...
Τις βαλίτσες μας, τα μαντήλια μας και τις αέρινες φούστες μας.
Να φύγουμε πάλι με τον άνεμο.Αυτό τον άνεμο που μας φλερτάρει...
Που ανεμίζει τα μαλλιά μας και με θράσος μας σηκώνει τις φούστες.
Να μας δροσίζει στα ακρογιάλια με τη γνωστή μας συντροφιά...
Τη θάλασσα, ένα ποτό, πολλά τσιγάρα και τη γνώριμη ζεστασιά της αγκαλιάς σου.
Ιστορίες κι αναμνήσεις με θέα τα αστέρια.
Ξαπλωμένες ανάσκελα, να καταριόμαστε τα κουνούπια κι όποιον μας έχει πειράξει.
Με μια τράπουλα για διάλειμμα, με βλέμματα και γέλια που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε...
Ξέρεις που θέλω να με πας;
Σε εκείνο το ράτζο, εκεί που ξαπλώναμε μετά τα ξενύχτια, μετά τα μεθύσια.
Εκεί που έτοιμες για ύπνο, κομμάτια, ζαλισμένες, πιάναμε την κουβέντα μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Κι έβγαινε ο ήλιος, σηκωνόμουν να κλείσω τα παντζούρια και συνεχίζαμε.
Μας χτύπαγαν την πόρτα για πρωινό, σηκωνόμασταν, γυρνάγαμε και συνεχίζαμε την κουβέντα.Ξανάνοιγα τα παντζούρια το σούρωπο και τότε μας έπαιρνε ο ύπνος.
Κι ό,τι κι αν κάναμε όλη τη μέρα, όπου κι αν πηγαίναμε, όση φασαρία κι αν κάναμε, αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή.
Η ώρα της ανάλυσης, η ώρα της απολογίας, η ώρα του απολογισμού...
Τη βαλίτσα σου λοιπόν, και μην ξεχάσεις τις φούστες! Να μας ερωτευτεί ξανά ο άνεμος, να τον κοιτάμε και να του χαμογελάμε.Όπως πάντα.Ειρωνικά...

2 σχόλια:

philos είπε...

Υπέροχο!
Ύμνος στο καλοκαίρι και την φιλία.
Με γύρισες πολλά χρόνια πίσω...

"Με καφέ, τσιγάρα, ποτά, κρασάκι στη θάλασσα..."

silly blonde είπε...

:) όλοι έχουμε περάσει τέτοιες στιγμές, όλοι θυμόμαστε τέτοια καλοκαίρια...