Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Γιορτές

Στο πάτωμα μάτια μου και να γελάω.
Να γελάω ασταμάτητα και νευρικά.
Με σένα, με μένα, με τα χάλια μας.
Καλά κάνεις, καλά περνάς.
Και εγώ ό,τι έκανα πάντα.
Το θύμα.Σε σένα, στον προηγούμενο, στον επόμενο.
Μαθημένη μάτια μου, εκπαιδευμένη...
Λόγια στο τηλέφωνο και το χέρι στα μάτια να κρύβει τα δάκρυα.
Μικρό μέρος, πολλοί γνωστοί, να μη φανεί.
Ταξιδεύουν όμως τα νεα σαν τον άνεμο και για άλλη μια φορά να με κοιτούν.
Να ξέρουν από πριν, να μη μιλάει όμως κανείς.
Και μετά τα χάπια, και μετά το ποτό, και μετά καποια που γράφει για μένα...
2μέρες φίλες, 2 μέρες η ζωή μας...

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Πρωτοβρόχια...

Πάντα έλεγα πως σ'ένα ταξίδι αυτό που με μαγεύει είναι η διαδρομή.
Και κυριολεκτώ.
Είτε είναι με τρένο, είτε με λεωφoρείο, όπως και να χει,
αυτό που θέλω είναι να κοιτώ απ΄το παράθυρο.
Έτσι και τώρα.
Μόνο που βρέχει.Μικρές σταγόνες στο τζάμι, λίγο θολό, κι ο ήχος...
Να χτυπούν οι σταγόνες στα τζάμια, στην οροφή, στο δρόμο.
Η βροχή ένα ταξίδι από μόνη της, κι η κάθε σταγόνα μια στάση.
-Πού ταξιδεύεις;Είσαι εδώ;
-Όχι... Τώρα είμαι Λονδίνο.
Στη διαδρομή με το τρένο απο Μάντσεστερ και συνεχίζω.
Ναι, εκεί είμαι τελικά.Λονδίνο.
Επόμενη στάση;;
Έφυγα από ένα μέρος με γνωστούς για να βρω κολλητούς.
Και τώρα φεύγω κι απο αυτού για να πάω να συναντήσω τους εχθρούς μου.
Μαζεμένους.Όλοι εκεί.
Τα αντίθετα.Τα ανάποδα.
Σταγόνα και στάση, σταγόνα και ανάμνηση.
Θα ξαναγυρίσω στο Λονδίνο.Θα μείνω εκεί μέχρι να σταματήσει η βροχή.
Θα με φροντίσει ο κολλητός μου.Θα μου φέρει ζεστά ρούχα, καυτή σοκολάτα,
θα μου ανάψει το τζάκι και θα μου φέρει πρωινό στο κρεβάτι.
Ο μόνος άντρας που μου έφτιαξε καφέ, ο μόνος που μου έφερε πρωινό.
Κάνε μια ευχή να βρέχει για πολύ.
Κάνε μια ευχή να μη σταματήσει...

Τετάρτη, Αυγούστου 08, 2007

Χαμόγελο με δάκρυ

Πέρασαν οι μέρες τόσο περίεργα...
Κάποιες βασανιστικά αργά, κάποιες ενοχλητικά γρήγορα.
Και τώρα; Σηκώνεσαι και μαζεύεις τα κομμάτια σου.
Όσα έχουν απομείνει να θυμάσαι, διώχνεις τα πιό άσχημα και προχωράς.
Αυτό να κάνεις, μ'ακούς;
Αντί να κοιτάς εσύ καθώς ξεμακραίνει, άσε άλλους πίσω σου να κοιτούν εσένα.

Ένα πλάκωμα, μια αγκαλιά, το τελευταίο χάδι...
Γυρνάς το κεφάλι σου κι απομακρύνεσαι.
Φεύγεις χαμογελώντας, αποχαιρετάς γλυκά, καληνυχτίζεις και κοντοστέκεσαι...
Κοιτάζεστε για λίγο, ένα τελευταίο φιλί και μέχρι εκεί.
Δεν υπάρχει τελευταία κουβέντα.Δε σου βγαίνει... Όσο κι αν θες να πεις κάτι δεν μπορείς.
Δεν το δείχνεις όμως. Αξιοπρέπεια, υπερηφάνια, άνεση...
Αυτή την άνεση που χρόνια προσπαθείς να δείχνεις.
Τί σου τα λέω μάτια μου; Τα ξέρεις... Τον ξέρεις τον εαυτό σου.
Και πάλι το μετά... Όσο ήταν εκεί είχες το κεφάλι ψηλά.
Και μόλις έφυγε δεν ήξερες που να κρυφτείς.
Να μη σε δουν να κλαις.Να μη σε δουν να βουρκώνεις, να μη σε δει κανείς να λιώνεις.
Κομμάτια για άλλη μια φορά στη ζωή σου.Συντρίμμια μωρό μου.Κι είμαι μακρια να σ'αγκαλιάσω, κι είμαι μακριά να σε παρηγορήσω.
Κι είχε ξεκινήσει τόσο απλά, τόσο αθώα, τόσο ύπουλα.Για ένα πείσμα. Από ένα πείσμα.
Ή έτσι έλεγες; Μήπως δεν ήταν πείσμα; Μήπως είναι από αυτά που δε μοιράζεσαι; Από αυτά που φοβάσαι;
Εγώ θα την πω τη λέξη και μη με βρίσεις...
Έρωτας μωρό μου...
Έρωτας μάτια μου και τρέχα όσο θες...

Πέμπτη, Αυγούστου 02, 2007

Κι ο κύκλος ξαναρχίζει...

Κι έτσι για άλλη μια φορά, χωρίς να το πολυκαταλάβω, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Ποτε δεν χρειάζονται σκέψη αυτά, ποτέ δεν χρειάζονται και πίεση.
Ξέρεις, ξέρω, και τα λοιπά...
Κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται από το τηλέφωνο , κάποια από κοντά.
Κάποια από την αρχή κάποια μετά.
Κάθε πράμα στον καιρό του που λέει κι ο λαός.
Κι απο κει που ήσουν αλλιώς, που σε ήξερα αλλιώς, που γίναμε μαζί αλλιώς...
Μέσα απο τα χρόνια, μέσα απο τις εμπειρίες, τις κουβέντες και τις συζητήσεις.
Με καφέ, τσιγάρα, ποτά, κρασάκι στη θάλασσα, στο σπίτι σου, στο σπίτι μου...
Σε μπαράκια στην Αθήνα, σε μπαράκια σ'άλλα μέρη.Εντός συνόρων , εκτός συνόρων.
Έλεγες πως με ξέρεις όσο ξέρεις και τον εαυτό σου. Έλεγες πως ξέρεις αυτά που σκέφτομαι γιατί σκέφτεσαι τα ίδια.
Κι έλεγα ακριβώς τα ίδια.Ίδια λόγια και οι δυό μας.
Κι όμως...
Άλλαξα και δεν το είδες, στο έλεγα και δεν με πίστευες.
Ξαναγύρισα.Κάπου στη μέση, κάπου λίγο πιο μετά.
Επέστρεψα ίδια κι απαράλλαχτη.Σ'αυτό που ήξερες, σ'αυτό που γνώριζες.
Στο είπα, το κατάλαβες.
Τώρα αλλάζεις εσύ.
Πάλι στο λέω και πάλι δεν με πιστεύεις.
Μάτια μου έτσι είναι αυτά... Δεν είναι κακό.
Ίσως λίγο τρομαχτικό.
Λίγο τρομαχτικό που σ'άφησα, λίγο τρομαχτικό που σε έπιασε άλλος.
Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε μάτια μου;
Ό,τι κάναμε πάντα...
Τις βαλίτσες μας, τα μαντήλια μας και τις αέρινες φούστες μας.
Να φύγουμε πάλι με τον άνεμο.Αυτό τον άνεμο που μας φλερτάρει...
Που ανεμίζει τα μαλλιά μας και με θράσος μας σηκώνει τις φούστες.
Να μας δροσίζει στα ακρογιάλια με τη γνωστή μας συντροφιά...
Τη θάλασσα, ένα ποτό, πολλά τσιγάρα και τη γνώριμη ζεστασιά της αγκαλιάς σου.
Ιστορίες κι αναμνήσεις με θέα τα αστέρια.
Ξαπλωμένες ανάσκελα, να καταριόμαστε τα κουνούπια κι όποιον μας έχει πειράξει.
Με μια τράπουλα για διάλειμμα, με βλέμματα και γέλια που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε...
Ξέρεις που θέλω να με πας;
Σε εκείνο το ράτζο, εκεί που ξαπλώναμε μετά τα ξενύχτια, μετά τα μεθύσια.
Εκεί που έτοιμες για ύπνο, κομμάτια, ζαλισμένες, πιάναμε την κουβέντα μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Κι έβγαινε ο ήλιος, σηκωνόμουν να κλείσω τα παντζούρια και συνεχίζαμε.
Μας χτύπαγαν την πόρτα για πρωινό, σηκωνόμασταν, γυρνάγαμε και συνεχίζαμε την κουβέντα.Ξανάνοιγα τα παντζούρια το σούρωπο και τότε μας έπαιρνε ο ύπνος.
Κι ό,τι κι αν κάναμε όλη τη μέρα, όπου κι αν πηγαίναμε, όση φασαρία κι αν κάναμε, αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή.
Η ώρα της ανάλυσης, η ώρα της απολογίας, η ώρα του απολογισμού...
Τη βαλίτσα σου λοιπόν, και μην ξεχάσεις τις φούστες! Να μας ερωτευτεί ξανά ο άνεμος, να τον κοιτάμε και να του χαμογελάμε.Όπως πάντα.Ειρωνικά...

Δευτέρα, Ιουλίου 23, 2007

δεν ήρθα

Χρόνια πολλά κοπέλα μου...
Θα έκλεινες τα 21 σήμερα.
Να σαι καλά εκεί που είσαι αγγελέ μου...
Συγγνώμη που δεν ήρθα για τα γενεθλιά σου.
'Οπως έκανες πάντα εσύ.
Να προσέχεις εκεί ψηλά...

Παρασκευή, Ιουλίου 20, 2007

Με την πλάτη στον τοίχο

Στο ίδιο μέρος με την ίδια συντροφιά.
Όπως συμβαίνει άλλωστε τα τελευταία καλοκαίρια.
Ένας υπολογιστής κι ένα πακέτο τσιγάρα.
Στάχτη κι αναπολώ, σελίδα και θυμάμαι, ήχος και τρομάζω...
Θυμάμαι κουβέντες, συζητήσεις. Τις στιγμές που αποφασίζεις να μιλήσεις σοβαρά,
τις ώρες που θες να έχεις κάποιον δίπλα σου.
Κι αρχίζεις, και δε σταματάς, χωρίς φρένα, συνεχίζεις.
Άλλωστε όλοι σου οι φίλοι είναι τώρα μακριά.Κι όσο κι αν κάποιες φορές ευγνωμονείς το τηλέφωνο κάποιες άλλες είναι παντελώς άχρηστο.
Να σε τρώει η ίδια απορία;.
Γιατί πάντα μόνη μου.Γιατί πάντα να σπάω το κεφάλι μου μόνη μου.
Δίχως ίχνος βοήθειας, δίχως ίχνος σπρωξίματος.
Κι αυτή φίλε είναι η κατάρα μου.Εσύ μάτια μου το ξέρεις, πάντα το ήξερες, πάντα με ήξερες.
Το μέτά δεν έμαθε κανείς μας.
Όλα τα υπόλοιπα ξέραμε να τα χειριζόμαστε, ξέραμε να τα κουμαντάραμε.
Ήταν πάντα απλό.Ήξερες τις λέξεις, ήξερες τις κινήσεις.Ήξερα τί κάνεις, ήξερες τί σκέφτομαι.
Δε μου πες όμως ποτέ τί θα σκερφτώ μετά και δεν έμαθα ποτέ τί θα κάνεις ύστερα.
Σαν να μου χαμογελάει ειρωνικά αυτό το μέρος, σαν να περιμένει να γυρίσω την πλάτη μου να αρχίσει να γελάει.
Κι είναι δυνατό το γέλιο του, δυνατό και τρομακτικό.
Κι ακόμα δεν έχω μάθει πώς σταματάει...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2007

Κόκκινα μάγουλα...

...κι ένα χαμόγελο αμηχανίας...
Γιορτές.
Ψευδαισθήσεις που κρατάνε όσο ένα όνειρο.
Καλό ή κακό.
Απλώς ένα όνειρο.
Τις τροφοδοτείς όσο θες, όσο αντέχεις, όσο νιώθεις.
Μέχρι να τελειώσει η ανάγκη σου,
μέχρει να βρεις άλλη διέξοδο.
Εκτός κι αν βρεις διέξοδο σ'αυτές.
Μέτρα μέρες για το τέλος σου...
Επίτηδες;Καταλάθως;
Κανείς δε σε ρωτάει, κανείς δεν ψάχνει.
Φτάνει που έγινε.
Συνηθισμένη.Και τώρα ξανά.Χειρότερα.
Κι εσύ τί κάνεις;Τίποτα.
Αφού κάθεσαι άπραγος λοιπόν,
μέτρα μου τις μέρες.