Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

Συνέχεια και ποτέ

Καιρός για αλήθειες,
καιρός για παραμύθια.
Όμορφες πριγκίπισσες
ντυμένες με ροζ φορέματα και λουλούδια στα μαλλιά.
Και εγώ να είμαι δίπλα τους.
Τόσο διαφορετική, τόσο παράτερη.
Στα μαύρα όπως πάντα χωρίς εκείνο το χαμόγελο.
Έχει αλλάξει.
Δεν μου ταιριάζει πιά.
Στη μέση.
Να κοιτάω προς τα πίσω,
να με τραβάει το παρόν
και με κλεφτές ματιές να παρατηρώ το μέλλον.
Μέχρι που χάνομαι.
Μέχρι που γίνεται το τότε τώρα και το παρόν οδεύει για το μέλλον.
Κι ανάποδα.Και πάλι απ'την αρχή.
Σ'ένα κύκλο,σ'ένα χάος με ταχύτητα, ανάσες, απορίες, φοβίες, μετάνοιες.
Ποιός διεκδικεί και τί.
Στα έλεγα και τότε, στα λέω τώρα.θα στα λέω όσο μπορώ.
Γιατί μου λέτε να το ξανακάνω;
Μου λες να κάνω λάθη μα δε μ'αφήνεις.
Μου λες να προσέχω και με σπρώχνει σε γκρεμό.
Ηρεμώ και με ξαναβρίσκει.
Απειλιτικό και κοντοζυγώνει.
Κουράζομαι, λαχανιάζω θέλω μια στάση μα προχωράει.
Κλείστο εσύ, σφράγισέ το,
κλείδωσέ με μη με βρουν...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

A.V και Μαλβίνα

Στον πάνω όροφο μιας καφετέριας,
σ'ένα χώρο ασφυκτικό,
σ'ένα σκηνικό συνηθισμένο.

Λίγο κρασί με μια παρέα και πολλά τσιγάρα.
Κι ένα μήνυμα.
Απρόσμενο, ξαφνικό.
Αρχίζω να χαμογελάω.
Για το περιεχόμενο και για το μήνυμα.

'Ετρεξα και το βρήκα.
'Ενα άρθρο για Εκείνη, ένα άρθρο μετά από τόσα χρόνια.
Από το Χρονά για τη Μαλβίνα.

Εκεί που έιχε αρχίσει να ξεχνιέται,
που η τελευταία εικόνα για αυτήν
-εκτός από τη Σαββατογενημένη-
ήταν ο άνεμος κουβάρι.

Σκέτο κουβάρι.
Νοστάλγησα τα κείμενα και τη μορφή της.
Το ύφος της, το στυλ της.
Στο άρθρο έγραφε πώς έκανε πάντα ένα σφάλμα,
δεν πρόσεχε τι έλεγε,για ποιούς, στην εκπομπή της.

"Αυτοκτονούσε μπροστά μας και εμείς νομίζαμε πως μας διασκέδαζε."
Μια πρόταση που χαρακτήριζε τη Μαλβίνα.
Μια φράση που την αντιπροσώπευε.

Με λίγες λέξεις το προφίλ της...
Διάβαζα και θυμόμουν.
Διάβαζα και βούρκωνα.

Που ήμουν τότε μικρή.
Που δεν την έζησα όσο ζούσε.
Που όσο κι αν έψαχνα μετά δεν έβρισκα για αυτήν.
8 Ιουνίου.Το τελευταίο ισυσσύσσατε που είπε.
Το τελευταίο που της είπαν όσοι ήταν στο πλευρό της.

Το τελευταίο όμως κι αυτών που τη χτυπούσαν, που την πολεμούσαν.
Έτσι το είπαν το αντίο.
Για τα μάτια του κόσμου.
Για τις εντυπώσεις.

Ζιγκολό τους αποκαλεί το άρθρο
αυτούς που δεν άφησαν να αναπαυτεί ούτε στην τελευταία κατοικία της.

Αυτούς που και νεκρή την έτρεμαν.
Που θέλαν να τη θάψουν πιο πολύ.
Να την εξαφανίσουν.

Δε μου ταιριάζει όμως η λέξη.
Οι ζιγκολό κάποια στιγμή σταματάνε.
Κάποια στιγμή αφήνουν το θύμα τους ελεύθερο.

Κι όσο ζει απλώς του παίρνουνε λεφτά.

Όχι τη ζωή.
Ισυσσύσσατε λοιπόν φακάτη...